Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Τι να θυμηθώ





Μου άργησες πολύ
πες μου πως θα'ρθεις
πριν να σβήσουνε οι φάροι
.........................



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Καληνύχτα





                                 Καληνύχτα...

                                                       για φαντάσου

                                 Να ακούς τα βήματα σου
                                 Και να νιώθεις ότι τρέχω
                                 πάνω τους κι εγώ....




Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Δημιουργική μοναξιά





  
  Όχι, εμένα δεν μου ταιριάζει η κόλαση. Κι αν πρέπει να καώ ολοκληρωτικά για να μπορέσω μετά να ξαναγεννηθώ, δεν έχω ανάγκη να βουτήξω στη κόλαση. Προτιμώ αυτό που ονομάζω δημιουργική μοναξιά. Απόσταση ναι, απομόνωση ναι, μοναχικοί περίπατοι ναι, πολλές σκέψεις ναι. Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με δημιουργία, μάλλον είναι παράδεισος. Πολύ δε περισσότερο, όταν η δημιουργία έχει έμπνευση, έχει σκοπό, έχει προορισμό.

   Τα ακουστικά στα αυτιά λοιπόν, με όμορφες μουσικές να συνοδεύουν ή να εκφράζουν μελωδικά τις σκέψεις. Κάποιες φορές χωρίς να παίζουν τίποτα, δοκιμασμένη μέθοδος όμως, για να νομίζουν οι άλλοι ότι κάτι ακούς και να μην διακόπτουν τις σκέψεις σου.

   Η τανάλια στο χέρι και ας γεμίζει φουσκάλες, στη προσπάθεια να σπάσεις σκληρά υλικά σε ψηφίδες. Αλλοτε συμμετρικές, άλλοτε ακανόνιστες. Και ίσως η σκληρή προσπάθεια να διώχνει την δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη ένταση των σκέψεων. Και να μένουν μόνο, οι όμορφες, γλυκές και  τρυφερές.

   Αποτύπωση του σχεδίου, της "έμπνευσης" και επιλογή με περισσή φροντίδα των ψηφίδων. Μία μία, να βρει τη θέση που της ταιριάζει και μετά κόλλα να στερεωθεί. Και με κάθε ψηφίδα, να νιώθεις ότι κολλάς και ένα κομμάτι του εαυτού σου, μιά σκέψη, μιά ευχή, ένα φιλί, ένα χαμόγελο, ένα χάδι, κάπου κάπου κι ένα δάκρυ.

   Και μετά από κάποιες μέρες, μπαίνει και η τελευταία ψηφίδα. Τα κενά όμως ανάμεσά τους μοιάζουν σαν ανοιχτές πληγές. Που πρέπει να φροντίσεις να κλείσουν. Η ώρα της αρμολόγησης. Το μείγμα έτοιμο και με το χέρι προσπαθείς να σφραγίσεις τα κενά, να γίνουν όλα ένα συμπαγές σύνολο. Ψηφίδες και συναισθήματα. 

   Επιλογή ενός φυτού για να γίνει η γλαστρούλα σπίτι του, να φιλοξενήσει ζωή. Προσεκτικό καθάρισμα και αναμονή... για τη μέρα που θα βρεθεί και θα ζει πλέον στο χώρο που ανήκει. Με ένα χαμόγελο ικανοποίησης για το αποτέλεσμα, με την ελπίδα να δεις το ίδιο χαμόγελο στο πρόσωπο του αποδέκτη.

   Αυτή είναι η μέθοδος μου. Δοκιμασμένη και συνήθως με καλά αποτελέσματα. Περιφραστικά την ονομάζω δημιουργική μοναξιά. Μονολεκτικά θα μπορούσα να την ονομάσω "αγάπη".


Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Να δίνεις








Είναι παραπάνω από βέβαιο, πως ότι δίνουμε παίρνουμε.
Δεν φροντίζει καμμία υπέρτατη δύναμη γι' αυτό.
Εμείς οι ίδιοι είμαστε και θύτες και θύματα του εαυτού μας.
Το κακό είναι πως δεν το αντιλαμβανόμαστε εγκαίρως,
κονταίνει τόσο πολύ η μνήμη μας,
ειδικά όταν έρχεται η ώρα να πληρώσουμε...
Και μονίμως αναρωτιόμαστε, γιατί?


Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Πάρτο απόφαση








Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Σαν τ' ουρανού που είναι έτοιμος να βρέξει
Μέσα σ' αυτό, γεννήθηκες, μεγάλωσες
Μοίρες αυτό για σένα είχαν διαλέξει.

Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Αφού και όποιος ήρθε να στο σβήσει
Ουράνιο τόξο σου 'ταζε θα σ' έκανε
Μαύρο ή άσπρο είχε μόνο να αφήσει

Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Στο λέω καλά, εγώ το ξέρω, το γνωρίζω
Μαύρο και άσπρο όταν ερωτεύονται
Δεν δίνουν άλλο χρώμα, μόνο γκρίζο.







* Ένα ξεχασμένο προσχέδιο ανάρτησης από τις 16 Φεβρουαρίου.
Πάντα όμως επίκαιρο.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Απόδραση


Είναι καιρός που σκεφτόταν να κάνει αυτή τη βόλτα. Τον είχε πιάσει μιά νοσταλγική διάθεση τελευταία. Να επιστρέφει στο παρελθόν, να θυμάται όμορφες στιγμές που είχε ζήσει. Πάντα σε περιόδους που σύννεφα σκίαζαν τον ουρανό του, κατέφευγε στα συρτάρια των αναμνήσεων. Πάντα εκεί έβρισκε την απαραίτητη γαλήνη. 
Ετσι, αυτή τη Κυριακή αποφάσισε να πάει στην κορυφή ενός βουνού. Στους πρόποδες του, πήγαινε πριν από πολλά χρόνια στην κατασκήνωση. Κάποια μεσημέρια, όταν όλοι οι κατασκηνωτές ήταν ξαπλωμένοι για τον μεσημεριανό ύπνο, αυτός δραπέτευε. Και ακολουθώντας ένα δύσβατο μονοπάτι, ανάμεσα σε πολύ πυκνή βλάστηση, ανέβαινε πεζοπορώντας στην κορυφή. Χίλια εκατόν πενήντα μέτρα υψόμετρο, γεμάτη από έλατα. Από εκεί έβλεπε όλο το λεκανοπέδιο στρωμένο σαν χαλί. Ενας μικρός Θεός, στον δικό του μικρό Όλυμπο. 
   Από το βράδυ του Σαββάτου, ετοίμασε το σακίδιο του. Κυάλια, φωτογραφική μηχανή, τσιγάρα, νερό, σάντουιτς, σκέψεις. Κυριακή σχεδόν αξημέρωτα ξύπνησε και μετά από ένα δροσερό ντους και τον συνηθισμένο ζεστό καφέ, ντύθηκε για τη βόλτα του. Τζην και λευκό μπλουζάκι για δροσιά, μποτάκια για το φόβο των φιδιών, τα γκρίζα όνειρα στους ώμους για την περίπτωση που θα είχε ψύχρα. Κατέβηκε, γύρισε το διακόπτη της μηχανής του αυτοκινήτου για να ξεκινήσει. Μαζί ξεκίνησε και το cd player που είχε μείνει ανοιχτό από την προηγούμενη. "χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά καπνίζει ένα φουγάρο, κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο, και σαν καφέ πικρό". Ωραία ξεκινάμε, μονολόγησε κι ένα μάλλον πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. 
   Η διαδρομή γνωστή. Κίνηση καθόλου. Η πόλη ακόμα κοιμάται. Βγαίνοντας έξω από τα όρια της, εκεί που τα πεύκα χρωματίζουν αλλιώς το τοπίο, νιώθει πως αρχίζει να ανασαίνει. Η μουσική συνεχίζει να συντροφεύει χαμηλά. "ότι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο.... δεν ξέρω αν φεύγεις τώρα για το λίγο μου, ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ για σένα". Σκέφτεται πως τελικά το πιό δύσκολο είναι δύο άνθρωποι να βρουν κοινά μέτρα και σταθμά, να έχουν τις ίδιες μονάδες μέτρησης. Διαφορετικά είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. 
   Έφτασε στην διασταύρωση απ' όπου ξεκινάει ο χωματόδρομος που οδηγεί στην κατασκήνωση. Δύσβατος δρόμος, σκαμένος από τα νερά των βροχών. Όσο λειτουργούσε η κατασκήνωση τον συντηρούσαν κάπου κάπου. Τώρα έμεινε κι αυτός έρημος, να σμιλεύει η φύση τα δικά της σχέδια επάνω του. Με μεγάλη προσοχή αλλά ακόμα μεγαλύτερη ταλαιπωρία ελαστικών και αμορτισέρ, αντίκρυσε επιτέλους την κατασκήνωση. Ενας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του καθώς σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω από την μεγάλη βελανιδιά, που στεκόταν εκεί από τότε. Κι ενώ η Χαρούλα επιβεβαίωνε ότι "κι όσο φεύγω μακρυά σου το ξέρω, πάντα ο ήλιος θα βγαίνει χωρίς, να τον νοιάζει αν θα τα καταφέρω, ή αν έρθεις ποτέ να με βρείς", έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε. Πλησίασε τα συρματοπλέγματα, ακούμπησε τα χέρια του επάνω τους και έμεινε εκεί να κοιτάζει. Το αρχηγείο, η κουζίνα, η τραπεζαρία, η γεννήτρια, οι τσιμεντένιες βάσεις των σκηνών, το εκκλησάκι.... Όλα ήταν εκεί. Ένα ορμητικό κύμα αναμνήσεων πλημμύρισε το μυαλό του. Θυμήθηκε τότε που ήταν αρχηγός σ' αυτή τη κατασκήνωση. Τις αγωνίες και την προσπάθεια για 20 μέρες, να διδάξει και να δείξει στα μικρά παιδιά του, τι σημαίνει ομαδική ζωή, συμβίωση, κοινωνικότητα. Τι σημαίνει να μοιράζεσαι. 
   Θυμήθηκε και κάποια παιδιά. Τον Αστέρη. Τι να κάνει τώρα άραγε ο Αστέρης? Ενα 8χρονο παιδάκι με μιας μορφής νοητική στέρηση, ιδιαίτερα κλειστός χαρακτήρας, που όταν ήρθε, μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να τον πείσουν να μείνει. Θυμάται πως του ζήτησε να πάνε λίγο πιό πέρα οι δυό τους. Διστακτικά πήγε μαζί του και σε δέκα λεπτά που γύρισαν, ο Αστέρης όλο χαρά ανακοίνωσε στους γονείς του ότι θα μείνει. Έκπληκτοι τον ρώτησαν πως τον έπεισε. Τους είπε ότι τον έχρισε υπαρχηγό και βοηθό του. Και πράγματι ο Αστέρης πέρασε ένα ευτυχισμένο 20ήμερο στην κατασκήνωση, έχοντας αρμοδιότητες που πάντα εκπλήρωνε κανονικά και καμάρωνε πολύ γι' αυτό. 
   Θυμήθηκε τον Αλέξη, γύρω στα έξι, που ένα βράδυ ανέβασε ξαφνικά πυρετό και ήθελε τη μαμά του. Πως να ειδοποιηθεί όμως η μαμά του, αφού δεν υπήρχε καν τηλέφωνο. Κι έτσι εκείνο το βράδυ, ο Αλέξης εκτός από τα αντιπυρετικά, ήθελε να νιώθει και κάποιον δίπλα του. Κι αυτός έμεινε όλη νύχτα καθιστός δίπλα στο κρεβάτι του, για να του πιάνει ο Αλέξης τα μαλλιά καθώς κοιμόταν και να νιώθει ασφάλεια. 
   Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πως σε κάποια δραστηριότητα που είχαν, υποσχέθηκε στα παιδιά, ότι θα φάνε για βραδυνό ότι ζητήσουν. Και αφού έφεραν εις πέρας αυτό που είχαν να κάνουν, ήρθε η ώρα της ανταμοιβής. Και αυτά ζήτησαν αυγό τηγανητό με πατάτες. Οι μαγείρισες ανένδοτες να τηγανίσουν αυγά. Πως να ξεχάσει ότι τηγάνισε 120 αυγά!!! 
    Με μιά πρωτόγνωρη γαλήνη μέσα του, γύρισε στο αυτοκίνητο, έβαλε στον ώμο το σακίδιο του και κατευθύνθηκε στην πίσω πλευρά της κατασκήνωσης, εκεί που θυμόταν ότι ήταν το μονοπάτι που οδηγούσε στη κορυφή. Ήταν η ώρα της απόδρασης. Της απόδρασης από όλα αυτά που τον τελευταίο καιρό είχαν υψώσει ακόμα μεγαλύτερα κάγκελα στο ομολογουμένως χτισμένο από τον ίδιο κελί του. Ίσως ακόμα να ήθελε να μετρηθεί με τον εαυτό του, με τις δυνάμεις του, να δει αν μπορεί να τα καταφέρει ακόμα. 
Με λύπη διαπίστωσε πως μονοπάτι δεν υπήρχε πλέον πουθενά, αλλά αυτό ήταν κάτι που το περίμενε. Με ατέλειωτα ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και πάντα με ανοδική πορεία ξεκίνησε για να φτάσει στη κορυφή. Κάποιες στιγμές ένιωσε φόβο, ακούγοντας διάφορους θορύβους. Στεκόταν να αφουγκραστεί αλλά μάλλον ήταν ζωάκια ή ίσως φίδια, που πιό τρομαγμένα κι αυτά από την παραβίαση του χώρου τους από αυτόν, έτρεχαν να απομακρυνθούν και να κρυφτούν. Μετά από πορεία μίας και παραπάνω ώρας, επιτέλους αντίκρυσε το πλάτωμα που υπήρχε στη κορυφή και λίγο πιο κεί, η συστάδα με τα έλατα.  
   Στάθηκε για λίγο, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί στο λεκανοπέδιο που απλωνόταν μπροστά του. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και τεντώθηκε να ξεπιαστεί. Ένιωθε και πάλι ένας μικρός Θεός στον μικρό του Όλυμπο. Κοίταξε γύρω και βρήκε έναν παχύ ίσκιο ανάμεσα στα έλατα, κάθισε σε μία πέτρα και έβγαλε νερό, καφέ και επιτέλους άναψε τσιγάρο. Τα μάτια αχόρταγα κοιτούσαν γύρω γύρω λες και ήθελαν να εγκλωβίσουν για πάντα την ομορφιά του τοπίου. Πήρε τα κυάλια και άρχισε να κοιτάζει ίσια κάτω την πόλη του. Προσπαθούσε να διακρίνει σημεία που ήξερε. Κοίταζε μία με τα κυάλια και μετά χωρίς αυτά. Του έκανε εντύπωση πόσο πολύ γλύκαιναν οι γραμμές, όταν έβλεπε γνώριμα σημεία από τόσο ψηλά και μακρυά. Πόσο πιό όμορφα έδειχναν. 
   Παρά την απορρόφησή του όμως από την εικόνα, οι σκέψεις, δεν άργησαν να έρθουν. Άλλωστε μόνος του τις είχε βάλει στο σακκίδιο. Σκεφτόταν τι έγινε τις προηγούμενες μέρες, λόγια που άκουσε, λόγια που είπε, διαλόγους, μονολόγους, συναισθήματα, αν άξιζε, αν έπρεπε. Και όλα αυτά, με τον δικό του τρόπο, μακρυά από όλους, προσπαθούσε να τα βάλει σε τάξη και να τα κατανοήσει. Αιτιολόγησε αλλά και δικαιολόγησε πολλά. Τελικά και άξιζε και έπρεπε. Ασχέτως αν δεν μπόρεσε να καταλάβει πως γίνεται κάποιος να αμφισβητεί, να ερμηνεύει, να προβλέπει, χωρίς προηγουμένως να ξέρει. Ανθρώπινο μονολόγησε. Άναψε τσιγάρο και όπως κρατούσε το τηλέφωνο με το άλλο χέρι, μηχανικά σχεδόν, άνοιξε και κοίταξε μια φωτογραφία. Εμεινε κάμποση ώρα να την κοιτάζει και να της χαμογελάει. Ηξερε πλέον καλά, πως έστω και σαν φωτογραφία, μόνο χαμόγελο αξίζει να αντικρύζει. Τα δάκρυα τα άφησε να τρέχουν καλά κρυμένα μέσα του. Έκλεισε το τηλέφωνο και σκεφτόταν, πόσο θα ήθελε κάποια στιγμή να κάνει όσα είχε υποσχεθεί. Τουλάχιστον αυτά που εξαρτώνταν μόνο από αυτόν. 

   Με αυτή την όμορφη και τρυφερή σκέψη, με μιά ψυχική γαλήνη και ηρεμία, απόρροια συγκατάβασης και παραδοχής της πραγματικότητας, άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του για την επιστροφή. Ναι θα ήθελε τα πράγματα να ήταν αλλιώς, γιατί ήταν απόλυτα βέβαιος, ότι είχε πολλά να μοιραστεί. Όταν τα θέλω όμως εξαρτώνται και από τα θέλω άλλων, τότε απλά αποδέχεσαι την πραγματικότητα. Με αυτή τη σκέψη, ξεκίνησε για την επιστροφή, αφού είχε ήδη περάσει αρκετή ώρα. Τώρα ήταν πιό εύκολο. Κατηφορική η πορεία, λιγότερο βάρος και στο σακκίδιο και στη ψυχή. 
   Έφτασε στο αυτοκίνητο, κοίταξε για μιά ακόμα φορά τη κατασκήνωση και υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξανάρθει. Άναψε τη μηχανή, τη μουσική και ξεκίνησε. Ακούει "εγώ σ'αγάπησα εδώ, που να'σαι τώρα που γυρνάς, σε ποιό καινούργιο ουρανό, χρώματα κλέβεις. Ένιωσες πάλι τα φτερά, τι σου'βαλε ξανά φωτιά, σε ποιό λιμάνι ποιό σταθμό, καρδιά γυρεύεις. ...Παραμυθάκι μου σκληρό, όπου κι αν είσαι και γυρνάς, για μένα εκεί να μη ρωτάς, εγώ σ'αγάπησα εδώ". Το βάζει ξανά και ξανά. 

   Λίγο πριν φτάσει στη διασταύρωση με την παλιά εθνική, ακούει μιά εισαγωγή που τον κάνει να παγώσει για λίγο και να σφίξει τα χείλη του. Το αφήνει να παίξει "θα πω ένα τραγούδι, σήκω να το χορέψεις, τα μάτια να μου κλέψεις, για πάντα πριν χαθώ". Απλώνει το χέρι, βγάζει τον μουσικό δίσκο και μονολογώντας "άσε μας και συ ρε Πασχαλίδη", τον μετατρέπει σε ιπτάμενο, αφού με μία απότομη κίνηση τον εκσφεδόνισε μακρυά από το ανοιχτό παράθυρο.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Χωρίς τίτλο


Δεν το κρύβω, πως κάποιες φορές, περιδιαβαίνοντας και ανασαίνοντας στη γειτονιά της μπλογκόσφαιρας, με πιάνει ζήλεια. Μία καλώς εννοούμενη ζήλεια, για κείμενα που θα ήθελα να έχω γράψει εγώ. Προχθές διάβασα την τελευταία ανάρτηση της φίλης και συνταξιδιώτισας Λιακάδας.
Όταν τελείωσα το διάβασμα, δεν ένιωσα μόνο ζήλεια. Ένιωσα κάτι περισσότερο. Την απόλυτη ταύτιση. Όπως της είπα άλλωστε, ένιωσα σαν να πήρε τις σκέψεις μου, να τις σμίλεψε σε όμορφες ψηφίδες και να έφτιαξε ένα πανέμορφο ψηφιδωτό, χωρίς να περισσεύει ούτε μία ψηφίδα. Επειδή οι σκέψεις της είναι και σκέψεις μου, τα συναισθήματά της συναισθήματα μου, της ζήτησα την άδεια να αναδημοσιεύσω το κείμενό της. Permission granted, όπως πολύ ευγενικά μου απάντησε, για το οποίο και την ευχαριστώ από καρδιάς και θεωρώ τιμή μου να την φιλοξενώ στο χώρο μου.
Καλή ανάγνωση και μιά ευχή. Μακάρι κανείς άλλος να μην ταυτιστεί. Πονάει...


Είναι στιγμές που οι λέξεις αιωρούνται στο κενό… Χάνουν το νόημά τους…όσες και αν αρθρώσεις το νόημα κρύβεται σε ένα άγγιγμα,  μια σιωπή... ένα βλέμμα (αν μπορείς να το δώσεις…)
Σου χαρίζω ένα βλέμμα για να βρεις την αλήθεια μου.
Αν θα το κρατήσεις ή αν θα μείνεις στις λέξεις δεν το ξέρω…
Μπορεί ούτε το ένα ούτε το άλλο…Μάλλον εχεις φτιάξει ήδη στο μυαλό σου την δική σου εκδοχή…
Η ζωή δεν κυλάει ούτε με διαταγές ούτε με παρακλήσεις.
Αλλωστε δεν είμαι αρχόντισσα να διατάζω και ούτε εσύ Θεός να σε παρακαλώ. 
Σου χαρίζω τα μάτια μου να το δεις απ’τη δική μου πλευρά…
Αν ξεγυμνώσεις την "αλήθεια" σου από τα "πρέπει" και τα "θέλω" σου ίσως δεις καθαρότερα το βλέμμα μου.

Κι αν κουράστηκα να μιλάω είναι γιατί πια δεν μπορώ να βρω καμμιά λέξη αρκετή να εκφράσει τα δικά μου "θέλω".
Είναι και γιατί όσα κι αν πω κάτι θα μείνει κρυφό. Κι ίσως αυτό που θα μείνει κρυφό να’ναι και το πιο σημαντικό.
Ανάμεσα στα χαμόγελά μου και στις λέξεις μου να κοιτάς… Μα είναι κι αυτό δύσκολο…
Τρέχει ο λόγος μου να προλάβει τι νοιώθω και οι σιωπές ενδιάμεσα χάνονται… Το νόημα απουσιάζει.
Μοιάζει σα να θέλω να πείσω μα δεν είναι έτσι…
Θέλω απλά να με δεις όπως ΠΡΑΓΜΑΤΙ είμαι…Πολλά ζητάω?
Οχι όπως με βλέπεις εσύ…χωρις να μου έχεις μιλήσει…
Θέλω να ακούσεις και μένα πριν με καταδικάσεις…πριν στήσεις το "λαϊκό" σου δικαστήριο…
Τις σωστές λέξεις ψάχνω! Υπάρχουν όμως άραγε?
Μέχρι να το ανακαλύψω θα σου χαρίσω άπειρες σιωπές…
Θα είμαι εκεί κι ας μην το ξέρεις… Θα περιμένω εκεί κι ας μην το αντέχεις…
Κι όποιος ορίζει τα θέλω μου και τα πρέπει μου ίσως μου δείξει και το φως να προχωρήσω.
Να πάψω να παραπατάω στην σκοτεινιά του παρελθόνος…εκείνου που μου χρέωσες…
Να πάψουν να με μαχαιρώνουν οι σκιές που απρόσκλητες τρυπώνουν στα όνειρά μου αλλά και εκείνες οι αληθινές που στοιχειώνουν το ξύπνιο μου.
Να γίνει μέρα αυτή η αιώνια νύχτα που βαδίζω… να βρω ψυχή να προχωρήσω…
Να ερθει επιτέλους η στιγμή που οι λέξεις θα σταματήσουν να κρατάνε δεσμώτη την αλήθεια μου!
Να έρθει η ώρα που να μη χρειαστεί να μιλήσω ποτέ ξανά!
Μέχρι τότε θα τριγυρνώ εδώ γύρω…ανάμεσα στο πριν και το μετά … στο ποτέ και στο κάποτε…
Προσπαθώντας να σβήσω τους μαύρους κυκλους που φιμώνουν τις αλήθειες μου.
Δε θα σου ζητήσω τίποτα παρα μόνο να κοιτάξεις προς τα εκεί που κοιτάζει το βλέμμα μου…
Και γω σου υπόσχομαι ότι θα το κρατήσω στεγνό… για να μην σου κρύβει την πορεία.
Μπορώ να αφήσω και τα δικά σου όνειρα να παρασύρουν τα δικά μου…
Οσες λέξεις μου κι αν κούρασαν την ακοή σου μπορώ να τις πετάξω στο κενό…
Σου χαρίζω ψυχή… μόνο δώσε μου λίγο από τον χρόνο σου να δεις ως που μπορώ να φτάσω…

Κλείνω τις λέξεις για λίγο…για να ξεκουραστούν οι ψυχές μας.
Κι ως τη στιγμή που θα διαβάσεις αυτές εδώ τις ανείπωτές μου αλήθειες θα είμαι κάπου εδώ γύρω να προσέχω να μην πάρουν φωτιά τα όνειρά σου. Κι ας μη με βλέπεις … εγώ θα σου στέλνω αγγέλους να φυλάνε τη χαρά σου.
Και αν δεν είμαι ο τέλειος άνθρωπος είναι γιατί τέτοιος δεν υπάρχει.  Και αν δεν είμαι ο κανόνας παρά μόνο μια εξαίρεση ενα παράδειγμα προς αποφυγή μπορώ να σου μάθω πως να μην φτάσεις ποτέ εδώ που είμαι. 
 Κι αν είπα πολλά είναι γιατί είναι οι τελευταίες μου λέξεις. Προσπαθώ να τις διώχνω από το νου μου. Ντύνουν την οθόνη μου χωρίς να βγάζουν νόημα … το ξέρω… Λέξεις ασύνδετες χωρίς ειρμό που κρυβόντουσαν στην σιωπή…λέξεις που λέρωσαν τα βράδια μου σαν ερχόντουσαν στο μυαλό μου. Λέξεις ανούσιες ή και σημαντικές, χρήσιμες ή άχρηστες, σωστές ή λάθος… όλες όμως τώρα πια πεταμένες εδώ…να γλιτώσω απ’τα δεσμά τους.

Στέρεψα! Σιωπή καλώς όρισες!



Αυτούσια η ανάρτηση εδώ.
Μίνα σε ευχαριστώ.

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ομολογία





Νά 'μαστε πάλι.
Να τα λέμε οι δυό μας.
Εγώ και εσύ. Ως συνήθως.
Μοναδική μου αχώριστη συντροφιά...
Με πας πάλι εκεί που δεν θέλω να πάω.
Όχι από φόβο. Κουράστηκα.
Βαρέθηκα ν' ακούω τα ίδια και τα ίδια.
Γιά λάθος πορείες...
Γιά ευκαιρίες χαμένες...
Αναμετρώμαι μαζί σου στα ίσα.
Μαστίγιο εσύ, τη σιωπή μου εγώ,
τα όπλα μας στην άνιση μάχη.
Τα λόγια λεπίδες, χαράζουν.
Φωτιά λες, νόμιζα ήμουν
μα ούτε σπίρτο να ανάψω δεν είχα.
Πανιά σήκωσα, για ταξίδι στο Βόσπορο,
μα η άγκυρα ασήκωτη ακόμα.
Τι κι αν είχα ήλιους για μοίρασμα,
ρώτα πρώτα αν κάνει, αν πρέπει.

Φτάνει!!!
Τη νίκη σου ομολογώ και υποκλίνομαι,
στους διαβάτες μιας πιάτσα της Ρώμης.
Εαυτέ μου, με νίκησες.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Χαρίζονται όνειρα



video


Μεγαλώνουμε σε μιά κοινωνία του "πρέπει".
Από τη στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε, μας μαθαίνουν τα "πρέπει".
Στην εκκλησία ότι "πρέπει" να μη λέμε κακά λόγια, γιατί η παναγίτσα θα μας κόψει τη γλώσσα.
Στο σχολείο ότι "πρέπει" να σκιζόμαστε στο διάβασμα, για να είμαστε πρώτοι.
Στην εργασία ότι "πρέπει" να τα δίνουμε όλα, για να είμαστε παραγωγικοί.
Στο σπίτι ότι "πρέπει" να είμαστε το παράδειγμα.
Στην πολιτική ότι "πρέπει" να πληρώνουμε αδιαμαρτύρητα.
Στον κοινωνικό περίγυρο να κάνουμε ότι "πρέπει" για να μην μας αχολιάζουν.
Στον έρωτα, να ερωτευόμαστε όπως "πρέπει".

Πάντα να κάνουμε αυτό που "πρέπει"...

Ακόμα και όταν "δεν πρέπει"...

Μας μαθαίνουν όλα τα "πρέπει".
Ξεχνάνε όμως το πιό βασικό.
Οτι πρέπει να ζούμε....

Κι ακόμα πιό άσχημο να καταλαβαίνεις ότι δεν πρέπει καν να ονειρεύεσαι.
Ετσι κι αυτός, αφού δεν πρέπει, αποφάσισε να χαρίσει τα όνειρά του...
Να τα αφήσει, σαν αδέσποτα να φύγουν..
Αν τα βρείτε μην τρομάξετε.
Είναι όμορφα όνειρα...
Απλώστε το χέρι και χαιδέψτε τα. Μη φοβηθείτε να τα αγκαλιάσετε...
Αρκεί να μη σκεφθείτε ούτε για μιά στιγμή "αν πρέπει".

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Όμορφη μέρα





Ναι, σήμερα μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι μιά όμορφη μέρα.
Διαφορετική από προηγούμενες όμορφες μέρες. Μιά μέρα που νιώθω και κατανοώ με τον καλύτερο τρόπο, τη σημασία και την αξία της προσπάθειας.

Διάβαζα μιά ανάρτηση της φίλης και συνταξιδιώτισας Λιακάδας για την γέφυρα Ρίου - Αντιρίου και τα συνεχή εμπόδια και προκλήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν οι μηχανικοί προκειμένου να "ενώσουν". Και ίσως τα εμπόδια και οι προκλήσεις που ξεπερνιούνται να δίνουν και μεγαλύτερη αξία στο αποτέλεσμα. Πολύ δε περισσότερο όταν η προσπάθεια αφορά την "ένωση" δύο ανθρώπων.

Είναι μαγική η διαδικασία της διερεύνησης. Να προκαλείς και να προκαλείσαι. Να ξορκίζεις φόβους ή μάλλον φοβίες. Να νιώθεις ενοχές ή να απενοχοποιείσαι. Να αντιπαραθέτεις τα θέλω με τα μπορώ. Είναι μαγική με μία όμως και μοναδική προϋπόθεση. Κοινή αφετηρία και κοινός στόχων και των δύο να είναι η ειλικρινής ένωση. Ίσως αυτό να έχει μεγαλύτερη αξία από το αποτέλεσμα. Γιατί ανεξάρτητα από την επιτυχία ή την αποτυχία της προσπάθειας, όταν αυτή ολοκληρωθεί θα ξέρεις ότι "ήθελες και γι αυτό προσπάθησες". Και στις δύο περιπτώσεις θα υπάρχει χαρά. Αν η προσπάθεια πετύχει θα τα έχεις όλα. Αν αποτύχει δεν θα έχεις τίποτα. Ενα "τίποτα" που όμως είναι "κάτι". Κι αυτό δεν είναι άλλο από την απόλυτη γνώση, ότι δεν γινόταν αλλιώς.

Διάλεξα να ντύσω τις σκέψεις μου με ένα τραγούδι του αγαπημένου Μίλτου Πασχαλίδη.
Ίσως μοιάζει παραφωνία στις μάλλον αισιόδοξες και χαρούμενες σκέψεις μου. Για να φαντάζει πιό λαμπερό όμως το άσπρο θέλει γύρω του το μαύρο.

Ξεκίνησα να ξεδιπλώνω τις σκέψεις μου, λέγοντας ότι σήμερα είναι μιά όμορφη μέρα.
Είναι για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι επειδή κατανόησα ότι έχω κοινή αφετηρία και στόχο με κάποιον άνθρωπο.
Ο δεύτερος γιατί ένιωσα πάλι την ανάγκη μετά από καιρό, να εκφραστώ, να σκεφτώ, ...άρα να ζήσω και όχι απλά να αναπνέω.
Κι αυτό από μόνο του είναι τττέλειοοοοο...

Ααα... σε ευχαριστώ ε?


Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Έλα






Χάθηκες,
σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα.
Έλα, να σου δείξω έναν άλλο δρόμο, που οδηγεί σε ξέφωτα παραμυθένια.

Τρόμαξες,
κι η καρδιά σου πάγωσε, χτυπάει μονότονα.
Έλα, ξάπλωσε το κεφάλι σου στο στήθος μου, να σου μάθω το ρυθμό της δικής μου.

Ζητάς,
γιατί δεν σου έδειξαν ότι αξίζεις να σου προσφέρουν.
Έλα, να σου δείξω τι όμορφο που είναι να σου χαρίζουν, χωρίς να πεις μιά λέξη.

Φοβάσαι,
ότι η ιστορία θα είναι πάλι σε επανάληψη.
Έλα, πιάσε το χέρι μου  και πάμε να γράψουμε τη δική μας.

Χαμογέλα, και έλα...

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Η Λίζα κι εγώ

  



Αυτό το διάστημα ασχολούμαι με την ψηφιοποίηση παλιών φωτογραφιών. Έχουν αρχίσει ήδη να ξεθωριάζουν και αποφάσισα να τις μετατρέψω και σε ηλεκτρονική μορφή. Χθες ανάμεσα στις παλιές φωτογραφίες βρήκα και μία, στην οποία απεικονίζεται και η Λίζα. Πόσες μνήμες ανασύρθηκαν από τα συρτάρια του μυαλού μου...
    Η Λίζα ήταν μία σκυλίτσα που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν μικρός. Από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου, πάντα στο σπίτι είχαμε σκυλάκι και κάποιες φορές σκυλάκια. Το πατρικό μου σπίτι ήταν μονοκατοικία, είχε μεγάλο κήπο, και έτσι ήταν εύκολο να ζει μαζί μας. Θυμάμαι σχεδόν όλα τα ζωάκια που είχαμε κατά καιρούς, αλλά οι μνήμες που έχω με την Λίζα είναι οι πιό έντονες. Ίσως επειδή το διάστημα που ήταν μαζί μας, συνέπεσε με την δική μου τρυφερή ηλικία. Ηταν μιά πολύ ήσυχη σκυλίτσα, πολύ φιλική με όλους, δεν την θυμάμαι να γαβγίζει ποτέ. Εκείνο που θυμάμαι πολύ έντονα, ήταν τα καλοκαίρια. Όπου κι αν πήγαινα, ό,τι κι αν έκανα, η Λίζα ήταν πάντα δίπλα μου. Αγαπημένη ασχολία να παίζω στο κήπο με τα χώματα. Έφτιαχνα δυό λόφους από χώμα και προσπαθούσα με ξυλάκια να στήσω γέφυρες να τους ενώσω. Η Λίζα δίπλα μου να παρακολουθεί. Καθόμουνα και διάβαζα Μίκυ Μάους, η Λίζα στα πόδια μου ξαπλωμένη να με προκαλεί να την χαϊδεψω. Πήγαινα για μπάλα στο αυτοσχέδιο γήπεδο στην αλάνα, η Λίζα στο πλάι, να με περιμένει να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι.  Τα απογεύματα, κρυμμένοι σχεδόν κάτω από τη μεγάλη συκιά, μοιραζόμασταν ότι έτρωγα. Η μαμά μου είχε πάρει χαμπάρι ότι τρώγαμε μισό μισό το φαγητό και επειδή με μάλωνε, κρυβόμασταν κάτω από τη συκιά. Η πιό ωραία στιγμή ήταν όταν έτρωγα παγωτό. Ξυλάκι βανίλια. Έτρωγα το παγωτό και η Λίζα από κάτω κουνώντας την ουρά της, περίμενε την δική της σειρά. Ήξερε κάθε φορά, ότι το μισό θα ήταν δικό της. Της το κράταγα μέχρι η μεγάλη γλώσσα της να καθαρίσει κάθε ίχνος παγωτού από το ξυλάκι.
    Το καλοκαίρι τα βράδια, τότε που ο κόσμος ήταν διαφορετικός, τότε που δεν υπήρχε κανένας φόβος και πόρτες και παράθυρα ήταν πάντα ανοιχτά, κοιμόμουνα έξω στην αυλή. Ενας λόγος που περίμενα ανυπόμονα το καλοκαίρι ήταν κι αυτός. Ξαπλωμένος στο σπαστό κρεβατάκι, να χαζεύω τα αστέρια, και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Συνήθως όμως, προσπαθούσα ενώνοντας με νοητές γραμμές τα αστέρια, να φτιάξω σχήματα, μέχρι να κουραστούν τα μάτια και να με πάρει ο ύπνος. Και η Λίζα στο πλάι να κοιμάται μαζί μου. Το πρωί, ίδια ώρα πάντα, άρχιζε να γλύφει το χέρι μου για να ξυπνήσω και να ξεκινήσουμε μια καινούργια ημέρα μαζί.
    Πρέπει να ήταν περίπου 5 χρόνων κι εγώ γύρω στα έντεκα, όταν ένα πρωί, ξύπνησα χωρίς το γνώριμο γλύψιμο στο χέρι. Ρώτησα τη μαμά μου αν την είδε και εκείνη μου απάντησε ότι μάλλον έφυγε. Νόμιζα ότι έχασα τα πάντα, δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί να φύγει και είχα πλαντάξει από το κλάμα. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να με καθυσηχάσουν, μου έλεγαν ότι θα πάρουμε άλλο σκυλάκι, αλλά εγώ δεν ησύχαζα με τίποτα. Το βράδυ και αφού το κλάμα και η γκρίνια δεν είχαν σταματήσει όλη μέρα, άκουσα κρυφά μια συζήτηση των γονιών μου. Η μαμά μου έλεγε του μπαμπά μου, ότι δεν έπρεπε να την διώξει. Απ' ότι έμαθα αργότερα, ο μπαμπάς μου την είχε βαρεθεί και ήθελε να πάρει έναν άλλο σκύλο. Οπότε βρήκε τη λύση, να διώξει τη Λίζα. Την έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, για να μη βλέπει κιόλας τη διαδρομή, και πήγαν και την άφησαν καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακρυά σε ένα βουνό. Εκεί υπήρχαν και αρκετές βιομηχανίες και σκέφτηκε ότι κάπου θα έβρισκε να μαζευτεί.
    Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα δεν είπα τίποτα, αλλά φυσικά το κλάμα συνεχιζόταν. Το απόγευμα της τρίτης μέρας και αφού έβλεπαν ότι δεν ησυχάζω άρχισαν να μου λένε ότι τα σκυλιά έτσι κάνουν, πολλές φορές βαριούνται και φεύγουν. Και τότε ξεσπώντας, τους είπα ότι άκουσα τι είχαν πει, ξέρω ότι την έδιωξαν και κλαίγοντας τους ρωτούσα γιατί. Τα γιατί μου δεν είχαν απάντηση. Θυμάμαι τη μαμά μου να κλαίει και το πόσο άσχημα ένιωσε ο μπαμπάς μου. Τον θυμάμαι με χαμηλωμένο βλέμα να μου υπόσχεται, ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε εκεί που την άφησε να ψάξει να την βρει και να την φέρει πίσω στο σπίτι. Ήταν ότι καλύτερο μπορούσα να ακούσω και ξάπλωσα να κοιμηθώ ελπίζοντας ότι την επόμενη μέρα θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα ψάξει να την βρεί.
    Δεν χρειάστηκε όμως. Το πρωί, ένιωσα στο χέρι μου το ζεστό γλύψιμο στο χέρι από τη Λίζα. Είχε βρεί το δρόμο, τόσα πολλά χιλιόμετρα και είχε επιστρέψει μόνη της. Θυμάμαι ότι ήταν  πολύ λερωμένη στα πόδια, και το πρόσωπο της λίγο πρησμένο, σαν να την είχα τσιμπήσει σφήκες. Πετάχτηκα όρθιος, την αγκάλιασα και φώναζα σαν τρελλός. Και αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι τα βουρκωμένα μάτια του μπαμπά και της μαμάς όταν βγήκαν έξω να δουν τι συμβαίνει. Είχαμε πέσει όλοι επάνω της και αυτή ευτυχισμένη απολάμβανε τα χάδια μας.
    Η Λίζα φυσικά έμεινε πλέον στο σπίτι της, μεγάλωσε και γέρασε μαζί μας μέχρι που κάποια στιγμή πέθανε αφού ολοκήρωσε τον κύκλο της. Έναν κύκλο που πιστεύω ότι και εμένα αλλά και τους συγχωρεμένους τους γονείς μου, μας δίδαξαν και μας έμαθαν πολλά.


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Μ' ένα καινούργιο παραμύθι


αγωνία.γιατί.απόγνωση.προσμονή.ήχοι.
μαζί.ουρανός.υπάρχω.μετέωρος.όρια.υπέρβαση.
λέξεις.έρωτας.ίναχος.πέταγμα.εκεί.ιδανικός.σιωπή.
πόνος.όνειρο.λησμονιά.ύπνος.




Θ' αλλάξω πάλι καταλύτη, θα φέρω βόλτα τη βραδυά
θα βάλω μπρος το λεπτοδείκτη και μια τελεία στα παλιά.

Μ' ένα καινούριο παραμύθι δεν ξεκολλάς απ΄ το παλιό
κι η μαχαιριά βαθιά στα στήθη να γιατρευτεί θέλει καιρό.

Κι ύστερα πάλι θα φροντίσω να βγάλω εξάρες στη ζαριά
και στη φωτιά θα περπατήσω για να ξορκίσω τα παλιά.

Έλα και πάρε με αγκαλιά, γλυκονανουρισέ με
κι αν σ΄αρνηθώ τη μια φορά την άλλη πλανεψέ με.
Έλα και πάρε με αγκαλιά στις γειτονιές της νύχτας,
και σβήσε μου με δυό φιλιά τα σύννεφα της πίκρας.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Ανατροπή




"Μπαμπάκι μου".  Ετσι με φώναζες τονίζοντας περισσότερο το μου. Ισως γιατί από τότε με ένιωθες δικό σου. Και είμαι άγγελέ μου. Μαζί μεγαλώσαμε, χτίζοντας μιά μοναδική σχέση. Σου μάθαινα και με μάθαινες. Είναι τόσο απλό να μεγαλώνεις ένα παιδί. Δεν χρειάζεται γνώσεις, είναι εύκολο, αρκεί να έχεις τη διάθεση. Οτι συμβαίνει, ότι κάνει, ότι λέει, ότι θέλει ένα παιδί, να μην το κρίνεις σαν μεγάλος. Να το κρίνεις μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Να γίνεσαι ο ίδιος παιδί. Μόνο τότε μπορείς να διδάξεις σωστά ένα παιδί. Μεγαλώσαμε άγγελέ μου, χωρίς να μου δημιουργήσεις ποτέ κανένα πρόβλημα και χωρίς να σου δημιουργήσω κι εγώ. Ενιωθες και ήθελες πάντα να συζητάμε μαζί για όλα. Ακόμα και γιά τις πιό κρυφές σου σκέψεις.

"Μπάμπι μου πάμε μια βολτίτσα με το αυτοκίνητο οι δυό μας?" 

Το μπαμπάκι μου έγινε "μπάμπι μου", το "μου" όμως σταθερό. Ηταν το σύνθημα ότι κάτι σε απασχολεί, κάτι δεν πάει καλά και ήθελες να μιλήσουμε. Γιατί ήξερες ότι δεν θα ακούσεις συμβουλές και νουθεσίες. Απλά θα σου έδειχνα πιθανούς δρόμους. Για να επιλέξεις εσύ. Μόνο μία και μοναδική φορά σου μίλησα λίγο έντονα. Τότε που το στο κορμάκι σου γινόταν πόλεμος και είχες χάσει τον προσανατολισμό σου. Με άκουγες μόνο, χωρίς να μιλάς. Στο τέλος έφυγες και πήγες να κοιμηθείς. Δεν είπες τίποτα. Προτίμησες να μου στείλεις μήνυμα από το ένα δωμάτο στο άλλο. Ακόμα το κρατάω : "ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΙΟ ΣΕ ΟΛΑ. ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΘΑ ΤΑ ΑΛΛΑΞΩ ΟΛΑ. ΣΤΟ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ. Σ' ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ".
Και τα άλλαξες άγγελέ μου. Μόνος σου έγινες αυτό που είσαι σήμερα. Οτι κατάφερες, το κατάφερες επειδή το ήθελες εσύ.  Και όλοι σε χαιρόμαστε. Χαιρόμαστε που ασχολείσαι με αυτό που ήθελες. Σε χαιρόμαστε όταν τα μακρυά σου δάχτυλα δίνουν ζωή στα πλήκτρα του πιάνου και μας χαρίζεις υπέροχες μουσικές. Σε χαιρόμαστε όταν δίνεις κέφι και ζωντάνια στα πάρτυ και στις συγκεντρώσεις. Μιά όμορφη, ήσυχη, ονειρεμένη ζωή.
Όμως τα όνειρα καμμιά φορά γίνονται εφιάλτες. Και το δικό μας διακόπηκε από το θηρίο που εγκαταστάθηκε μέσα σου.
Σοκ, απόγνωση, απελπισία, λύγισες, λυγίσαμε.

Τι θα κάνουμε μπάμπι μου?

Ότι πρέπει άγγελέ μου. Θα παλαίψουμε και θα νικήσουμε. Εντάξει μπάμπι μου.
Δεν σου έκρυψα τίποτα. Ηθελα να ξέρεις. Στα εξηγούσα όλα όταν σήκωνες το πάπλωμα και μου έκανες χώρο να ξαπλώσω μαζί σου. Κι εκεί την ώρα που σε χάιδευα στη πλάτη και στα μαλλιά (συνήθεια που δεν έκοψες ποτέ, αλλά κι εγώ απολαμβάνω) και γουργούριζες σαν γατάκι, στα εξηγούσα όλα.
Μία, δύο, τρεις φορές κάτω από τις πελώριες λάμπες. Πάντα με χαμόγελο και αισιοδοξία. Εσύ, που στη θέα της σύριγγας με το αίμα λιποθυμούσες. Με χαμόγελο.
Δεν σε είδα ποτέ να λυγίζεις. Δεν σε είδα να κλαις. Έκλαψες όμως μπροστά στους φίλους σου. Σε ρώτησαν αν φοβάσαι. Και είπες όχι δεν είναι γι αυτό. Έκλαιγες γιατί μας στενοχώρησες. Αχ άγγελέ μου. Έβαλες πίσω τα δικαιολογημένα γιατί, γαμώτο, τι, πότε και στενοχωριόσουν για μας. Ενιωθες ενοχές γιατί μας στενοχώρησες.
Δεν φοβάμαι μπάμπι μου, μόνο να τελειώνουμε, να ξεμπερδεύουμε θέλω. Τελειώνουμε αγόρι μου, κοντεύουμε, σχεδόν τελειώσαμε. Το ξέρεις κι εσύ, ποτέ δεν σου είπα ψέμματα.Να ησυχάσεις εσύ να ησυχάσω κι εγώ.
Με παίρνεις τηλέφωνο κάθε μέρα και με ρωτάς.

Τι κάνεις αδυναμία μου?

Η προσφώνηση άλλαξε, αλλά το "μου" το ίδιο.
Είμαι καλά άγγελέ μου. Το καταλαβαίνω όμως, σχεδόν μου το έχεις πει, ότι με βλέπεις ανήσυχο και στενοχωρημένο, και αναρωτιέσαι μήπως είναι εξ αιτίας σου. Οχι αγόρι μου, σου μίλησα κιόλας, σου είπα ...όσα μπορούσα να σου πω. Αλλά θα πούμε κι άλλα. 'Αλλωστε ποτέ δεν είχαμε μυστικά μεταξύ μας. Και ξέρω ότι θα καταλάβεις. Πάντα κοιταζόμασταν στα μάτια, δεν θα τα χαμηλώσουμε τώρα.
Δεν θα τα χαμηλώσω εγώ. Γιατί όσο κι αν ακούγεται εγωιστικό, υπερφίαλο ή αλλαζονικό, έχω κάτι βαθειά μέσα μου φυλαγμένο σαν θησαυρό. Είναι ο φάρος μου, που μου δείχνει πάντα και μου θυμίζει, ότι δεν ξέφυγα απ' τη ρότα μου, ότι ήμουνα στο σωστό δρόμο. Έδωσα ότι είχα να δώσω ακροβοδίκαια, εκεί που έπρεπε να το δώσω. Και μη με παρεξηγήσεις, αλλά φουσκώνω λίγο σαν παγώνι γι αυτό.
Και ξέρεις ποιός είναι ο φάρος μου? Κάτι που μου έχεις πει εσύ κάποτε, ίσως δεν το θυμάσαι κιόλας.

"Μπαμπά βλέπω τι γίνεται γύρω μου, βλέπω τη σχέση φίλων μου με τους γονείς τους και θέλω να σου πω, ότι νιώθω πολύ χαρούμενος, τυχερός και περήφανος που έχω για μπαμπά μου εσένα."
Εγώ να δεις αγόρι μου...
Και μη ξεχάσεις ποτέ, ότι για πάντα θα είμαι "σου".


ΥΓ. Μια αυθόρμητη καταγραφή σκέψεων πριν δυό μήνες, στην αίθουσα αναμονής ενός χειρουργείου, αφιερωμένη στο γιό μου. Δεν θα τη δει τώρα. Τη μοιράζομαι όμως μαζί σας και την αφήνω να υπάρχει. Κάποια στιγμή θα την δει...


Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ταξίδι στη βροχή


Βγαίνω στη βροχή μόνο αυτή σου μοιάζει
μάνα που αγκαλιάζει ό,τι όμορφο ξεχνώ.
Να προσέχεις ...                                         

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Βουτιά στο κενό












Νωρίς το πρωί. Στα γνωστά λημέρια. Ναι εδώ είμαι, όχι στο παγκάκι, στο βράχο. Που τον βαφτίζω θρόνο μου. Κάθομαι, ανάβω τσιγάρο κι αγναντεύω. Όπως ο Ξέρξης την ναυμαχία της Σαλαμίνας. Να αναλύω την δικιά μου, εσωτερική ναυμαχία.
Κάθε κίνηση των ματιών και άλλη εικόνα. Ψηλά, γαλανός ουρανός, με έναν ήλιο να καίει και λίγα σύννεφα ταξιδιάρικα, να στριφογυρίζουν, σαν κορμιά σε ένα αέναο ερωτικό παιχνίδι. Μέχρι να σκορπίσουν και να διαλυθούν. Μπροστά η θάλασσα, μπλέ κήπος με τα κύματα σαν άσπρες μπαμπακιές να ξεφυτρώνουν από παντού. Δεξιά κι αριστερά το μάτι να χάνεται στο πράσινο. Και προς τα κάτω το κενό. Που μοιάζει αγκαλιά, όμοια μ αυτή που με είχες φυλακίσει προχθές. Να μου κλείνει πονηρά το μάτι να βυθιστώ μέσα της. Κι ένας αέρας δυνατός να σφυρίζει γύρω μου. Θεριό η φύση. Όμως εδώ αισθάνομαι ασφαλής. Δεν κινδυνεύω από κανένα. Κανείς δεν μπορεί να με βλάψει. Με προστατεύει το θεριό, η μάνα φύση.

Κοιτάζω δίπλα και βλέπω τη σκιά μου. Την φωτογραφίζω. Ναι αυτό κατάντησα, μιά σκιά. Η σκιά του εαυτού μου. Η ίδια σκιά που βλέπω όταν κοιτάζω στον καθρέφτη. Εχω σταματήσει να φοράω τα γυαλιά μου μπροστά στον καθρέφτη. Φοβάμαι γι αυτό που θα δω. Φοβάμαι να δω το πρόσωπό μου καθαρά. Η σκιά μου. Μου 'ρχεται στο μυαλό ένα τραγούδι. Σφυρίζω το ρυθμό: "άσε με να φύγω, σε παρακαλώ... είμαι μιά σκιά δίπλα σ' ένα φως". Οι νότες χάνονται μέσα στο σφύριγμα του αέρα. Σαν μιά νότα νιώθω κι εγώ. Ένα ντο ή μήπως ρε. Μια νότα που ψάχνει να βρει τη θέση της στο πεντάγραμμο.

Κι άλλες φορές νιώθω σαν όγκος. Ενας κακοήθης καρκίνος. Που έχει βαλθεί να μολύνει τις ψυχές μας. Τη δική σου και τη δική μου. Όμως όχι, δεν είμαι κακοήθης όγκος. Μια καλοήθης πληγή είμαι. Που την αφήνω να χάσκει ανοιχτή πάνω στο δέρμα μου. Που δεν την φροντίζω, παρά μόνο λίγο, όσο χρειάζεται γιά να μη με σκοτώσει. Την αφήνω εκεί, ίσως για να δοκιμάσω τις αντοχές μου, να ανακαλύψω τα όρια μου.

Temperature alarm στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Memory stack overflow. Πόσα να χωρέσει και πόσα να διαχειριστεί. Στο input οι πληροφορίες να ρέουν ποτάμι. Στο output, access denied.

Ήσουν εδώ, πήγες αλλού. Δεν μένεις εκεί, πηγαινοέρχεσαι. Σε ρωτάω γιατί. Απαντάς δεν ξέρω. Βουρκώνεις, κλαίς. Μη μου το κάνεις αυτό. Το ξέρεις. Είναι η Αχίλλειος πτέρνα μου. Δεν αντέχω να σε βλέπω να κλαίς. Τα ξεχνάω όλα. Το ξέρω, δεν το εκμεταλεύεσαι. Αλλά τι να κάνω? Κάποιες στιγμές νιώθω σαν πουτάνα. Όχι σαν αυτές τις έντιμες. Μιά άτιμη, αρσενική πουτάνα. Δεν το αντέχω άλλο αυτό. Αλλά και να σε χάσω δεν θέλω. Πρέπει να βρω τη δύναμη. Να φανώ δυνατός. Και να σου πω "άντε γαμήσου". Ωχ Θεέ μου, ούτε κι αυτό. Γιατί ξέρω και ξέρεις να διαβάζουμε πίσω απ' τις λέξεις. Και πίσω από ένα μεγαλοπρεπές "άντε γαμήσου", κρύβεται ένα ακόμα πιό μεγάλο "σ' αγαπώ".

Δεν μ' αφήνεις. Κρατιόμαστε ακόμα. Μου είναι τόσο δύσκολο να κάνω εγώ αυτό το βήμα. Μου είναι πιό εύκολο να κάνω  όμως το άλλο. Αυτό στο κενό, μάλλον στην αγκαλιά που χάσκει από κάτω μου. Κι αν κάτι με κρατάει ακόμα, είναι ο φόβος, πως έτσι σφιχτά που κρατιόμαστε, θα σε παρασύρω μαζί μου.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Όσο μπορείς



Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

                                        Κ.Καβάφης



Αυτό το ποίημα το πρωτοδιάβασα νεαρός ακόμα φοιτητής. Θυμάμαι ακόμα το βιβλίο αν και δεν το έχω, γιατί το χάρισα πριν λίγα χρόνια σε έναν αγαπημένο φίλο. Μια ποιητική ανθολογία του Καβάφη που είχα αγοράσει σε ένα παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι. Υπέροχα τα ποιήματα του Καβάφη. 'Ομως αυτό ήταν το ξεχωριστό για μένα. Ήταν αυτό που προσπαθούσα να τηρήσω στη ζωή μου.
Όσο μπορούσα. Και νομίζω τα κατάφερα. 
Δύσκολο βράδυ απόψε. Με μια διάθεση απολογισμού. Άναρχες οι σκέψεις. Για τα σωστά και τα λάθη. Για κέρδη και ζημίες. Για όνειρα που πραγματοποιήθηκαν και όνειρα που έμειναν όνειρα. Για χρόνια χαμένα και στιγμές μονάκριβες. 
Θα ήμουν αχάριστος αν έλεγα ότι δεν έχω να θυμάμαι όμορφες στιγμές. Πιθανόν και μοναδικές. Δεν μου λένε τίποτα όμως οι όμορφες αναμνήσεις. Όταν στο σήμερα και για αρκετό διάστημα δεν είναι κάποιος καλά, όταν για διάφορους λόγους δεν βλέπει κάποια διέξοδο, οι όμορφες αναμνήσεις μάλλον έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα απο το προσδοκώμενο. Μνημόσυνο για τα περασμένα.
Δύσκολο βράδυ απόψε. Κουράστηκα. Κουράστηκα από την προσπάθεια. Να χρωματίσω το γκρίζο. Να δω όλα αυτά τα καλά που μου λένε οι γύρω μου ότι έχω. Όσοι με αγαπάνε. Και είναι αλήθεια, έχω πολλούς ανθρώπους γύρω μου που με αγαπάνε πολύ. Τόσο πολύ όμως, που την αγάπη τους την νιώθω βρόγχο να με πνίγει στο λαιμό μου. 
Προσπάθησα κι από δω. Μέσα από αυτό το blog. Να μιλήσω, να εκφραστώ, να πω αυτά που θέλω και δεν μπορώ να πω, κάποιοι να με ακούσουν. Δεν έχω παράπονο κανένα. Με πλήρη επίγνωση του τι λέω, ίσως οι μόνοι ανιδιοτελείς φίλοι μου, είναι όσοι με διάβασαν και ακόμα περισσότερο όσοι αφιέρωσαν χρόνο να γράψουν ένα σχόλιο.
Όμως αυτή η  αίσθηση κόπωσης με καταβάλει κάθε μέρα και περισσότερο. Λες και έχει βαλθεί να εισχωρήσει σε κάθε κύτταρο του κορμιού και του μυαλού μου.
Περιγράφω τη στιγμή. Κι αυτό που νιώθω τώρα είναι ότι μάλλον θα σταματήσω να γράφω. Ισως για λίγο, μπορεί και για πάντα. Πρέπει να εξαντλήσω κάθε σταγόνα δύναμης που μου έμεινε να με ξαναβρώ. Πρέπει να προσπαθήσω να διώξω από τα αυτιά μου αυτή τη γαμημένη τη φωνή που κάθε μέρα μου φωνάζει : Φύγε.
Για την ώρα λοιπόν, ένα τεράστιο ειλικρινές ευχαριστώ σε όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά.
Με μια αγκαλιά κι ένα φιλί. Όσο μπορώ θα σας διαβάζω, θα σας παρακολουθώ, θα σας αφήνω το στίγμα μου.
Καλή δύναμη σε όλους μας. 




Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Η κουπαστή




Είπα απόψε να μη γράψω τίποτα. Να μη μιλήσω εγώ. 
Να αφήσω ένα λατρεμένο τραγούδι (Η κουπαστή) να μιλήσει για μένα. Αγαπημένη συνήθεια. Όμως να, που πάλι αυτοδιαψεύδομαι.  Βλέπεις αυτό το τραγούδι το έχεις σφραγίσει εσύ. Και μαζί μ' αυτό και μένα. Η θέση σου στα συρτάρια της ψυχής μου, σταθερή στο χρόνο. Αυτή που της αξίζει. 
Δυσανάλογο το βάθος της ψυχής σου, με τα λίγα χρόνια της ζωής σου. Αλλά γεμάτα, όπως συνήθιζες να λες. Πόνεσες, πάλεψες, νικήθηκες. Αλλά δεν παραπονιόσουνα, έζησα έλεγες. 
Μια μέρα πριν, σου έστειλα το ρολόι μου. Σου άρεσε και ήθελα να το βλέπεις, να παίρνεις δύναμη και κουράγιο. Είμασταν κι ένα πέλαγος μακρυά.  Μόλις το πήρες μου έγραψες: "όλα γύρω μου, θυμίζουν έρωτα, η αγάπη πλημυρίζει το χώρο. το μόνο που λείπει είναι η φυσική σου παρουσία". Σου απάντησα "έρχομαι".
Το επόμενο πρωί με ειδοποίησαν πως έφυγες. Με το ρολόι μου στο χέρι σου.
Έλεγες οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν δεν τους θυμόμαστε. Πάνε τόσα χρόνια, αλλά εσύ μη φοβάσαι.
Την αθανασία την έχεις εξασφαλισμένη. Με το σπαθί σου.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Μια ζαριά



 Απρόβλεπτη που είναι η ζωή. Συνεχείς ανατροπές. Ισως όμως αυτές να την κάνουν ενδιαφέρουσα. Εκεί που θεωρείς ότι όλα βαίνουν καλώς, καλείσαι ξαφνικά να τα παίξεις όλα για όλα. Σε μιά ζαριά. Ενας έρωτας, μιά μεγάλη αγάπη, ίσως και μιά ζωή, σε μιά ζαριά. Βαθειά ανάσα, μάτια κλειστά, δόντια σφιγμένα, τα ζάρια στη χούφτα. Τα σκας. Με την ελπίδα να ρεφάρεις.  Να γυρίσεις το παιχνίδι.
Ασσόδυο.
Ολα στα χαμένα..
Δεν ήσουν τυχερός.
Ισως όμως και να έπαιζες με ζάρια πειραγμένα...


Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Αλλιώτικη μέρα


video



Σήμερα το πρωί κατέβηκα στο κέντρο. Είχα ραντεβού με το γιατρό μου. Σχεδόν εδώ κι ένα τρίμηνο είχα διάφορα ανησυχητικά προβληματάκια. Ανησυχητικά κυρίως για τους ανθρώπους που με αγαπάνε. Για μένα όχι τόσο. Ηξερα από τι υποφέρει η καρδιά μου. Δεν το κρύβω όμως, ότι στο τέλος ανησύχησα κι εγώ. Λιγάκι. Και αποφάσισα να πάω. Περισσότερο για να τους κάνω το χατήρι.

Με ένα πακέτο εξετάσεις λοιπόν, πήγα για την τελική εκτίμηση της κατάστασης. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Όλα λειτουργούν άψογα, σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Εφυγα με ανακούφιση. Ναι, χάρηκα. Αλλά η καρδιά μου συνεχίζει να νιώθει πόνο. Έναν πόνο, που κανένα καρδιογράφημα, κανείς υπέρηχος, δεν μπορεί να καταγράψει.

Πήρα το μετρό να επιστρέψω. Θυμήθηκα μιά πρόταση για ένα βιβλίο. "Το νησί των ονείρων". Ευκαιρία να το πάρω. Προλαβαίνω και κατεβαίνω Σύνταγμα. Κατηφορίζω την Πανεπιστημίου, μπαίνω στο βιβλιοπωλείο και το αγοράζω. Ενα τόσο δα μικρό βιβλιαράκι.
Περπατώντας πάλι για το μετρό, σκέφτομαι να πάρω ένα καφέ στο χέρι και να καθήσω για ένα τσιγάρο. Κάθησα στο πεζούλι μπροστά στο πανεπιστήμιο. Απέναντι, ένας μουσικός, γεμίζει την ατμόσφαιρα με υπέροχες μελωδίες, παίζοντας βιολί. Ανοίγω το βιβλίο να ρίξω μια ματιά. Το έκλεισα μόλις γεύτηκα και την τελευταία του λέξη. Ήταν αδύνατο να το αφήσω στη μέση. Με μάγεψε. Με ταξίδεψε. Το μυαλό μου είχε τροφοδοτηθεί με απίστευτο υλικό για σκέψεις. Από ένα τόσο δα μικρό βιβλιαράκι.

Οταν έφτασα στη διασταύρωση που έπρεπε να στρίψω για το γραφείο, μεσημέρι σχεδόν, ασυναίσθητα συνέχισα ευθεία. Στο δρόμο για το βουνό μου. Είχε αρχίσει να βρέχει, όταν σταμάτησα στο γνώριμο σημείο. Απόλυτη ηρεμία. Ακουγόταν μόνο η βροχή πάνω στο αυτοκίνητο, που πλέον είχε δυναμώσει. Πήρα πάλι το βιβλίο στα χέρια μου το ξεφύλιζα και σκεφτόμουν. Το φυλλομέτρημα σταμάτησε εκεί που έλεγε : 
 "Προσθέστε τις μικρές ευτυχισμένες στιγμές σας, και θα δείτε ότι την ευτυχία δε χρειάζεται να την κυνηγάμε, είναι πλάι μας". 

 Θυμήθηκα κάποιες συζητήσεις. Με άνθρωπο αγαπημένο. Λόγια που ήδη είχαν ειπωθεί. Σε ανύποπτο χρόνο. Και που ίσως δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία.
 Η βροχή συνεχιζόταν ακόμα. Μόνο που τώρα έβρεχε και μέσα. Γιά σένα.


ΥΓ 1. Ανάρτηση αφιερωμένη με πολύ αγάπη σε σένα. Ενα τρυφερό χάδι στις πρόσφατες πληγές σου, που πιθανόν δημιουργήθηκαν από το κυνήγι της ευτυχίας.

ΥΓ 2. Φίλε, σε ευχαριστώ..

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Σκέψεις ...με αιτία



 

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου, δημοσίευσα ένα απόσπασμα από το παραμύθι "Ο μικρός πρίγκιπας", για να το ξαναθυμηθούν όσοι το έχουν διαβάσει, αλλά και να το γνωρίσουν όσοι δεν το ξέρουν. Είναι ίσως το πιό αγαπημένο μου βιβλίο. Το πρωτοδιάβασα πολύ μικρός και νομίζω πως ήταν καταλύτης στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Πολλές φορές στη διάρκεια της ζωής μου, και κυρίως όταν έπρεπε να κατατάξω συμπεριφορές ανθρώπων, μου ερχόταν στο μυαλό και αβίαστα μπορώ να πω ότι με βοηθούσε να κατανοήσω, να αιτιολογήσω, να δικαιολογήσω. 
Το ίδιο μου συμβαίνει και τώρα. Είμαι σε μία φάση που πρέπει να ξεκαθαρίσω, αν το τριαντάφυλλό μου είναι μοναδικό στο κόσμο ή ήταν απλά ένα τριαντάφυλλο σαν όλα τα άλλα.

Τα παραμύθια όμως δεν αλλάζουν. Ούτε κι εγώ θα αλλάξω. Θα συνεχίσω να θεωρώ το δικό μου τριαντάφυλλο μοναδικό, όσο κι αν όλα δείχνουν το αντίθετο. Και εκεί είναι η μεγάλη πρόκληση. Σε τέτοιες καταστάσεις να παραμένεις σταθερός και να βγαίνεις αλώβητος. Να μην επιτρέψεις στη θλίψη, στην αδικία, στο θυμό, να σε αλλοιώσουν σαν χαρακτήρα. Είναι μιά επίπονη διαδικασία, βασανιστική με μεγάλο κόστος. Ψυχικό και σωματικό. Θεωρώ όμως μεγάλο κέρδος και προσωπική κατάκτηση, ότι με τη συμπεριφορά και τη στάση μου, έχω το δικαίωμα να λέω μόνο εγώ "δεν πειράζει".
Θεωρώ τίτλο τιμής ότι δεν έδωσα την "χαρά" σε κανένα να μου πει "δεν πειράζει".
Το ξέρω, ίσως να ακούγεται εγωιστικό, παράλογο, αλλαζονικό. Αυτός είμαι όμως.
Θα συνεχίσω στη ζωή μου να προσέχω ότι εξημέρωσα, άσχετα αν δεν με προσέχει ότι με εξημέρωσε.
Ίσως το μυστικό της αλεπούς που έμαθα από μικρός να με έχει κάνει να σκέφτομαι έτσι.  
Ότι τα καλά, αυτά που αξίζουν δεν τα βλέπουμε με τα μάτια, αλλά με τα μάτια της καρδιάς. 

Αυτή η ανάρτηση λοιπόν αφιερώνεται σε όσους ζουν σε άλλο πλανήτη και κάποια στιγμή έπαψαν να προσέχουν ότι εξημέρωσαν.

Υ.Γ. Ο σύνδεσμος "δεν πειράζει" οδηγεί σε μία ανάρτηση ενός φίλου συνταξιδιώτη στα σοκάκια της μπλογκογειτονιάς, που η ανάγνωσή της ήταν η αφορμή για  τις παραπάνω σκέψεις.

Ο μικρός πρίγκιπας



Αφού περπάτησε για πολλές ώρες ανάμεσα από σωρούς άμμου, βράχους και χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι σε οδηγούν στους ανθρώπους.
- Καλημέρα, είπε.

Ήταν ένας κήπος γεμάτος ανθισμένα τριαντάφυλλα.
- Καλημέρα, είπαν τα τριαντάφυλλα.

Ο μικρός πρίγκιπας τα κοίταξε. Όλα έμοιαζαν με το δικό του λουλούδι.
- Τι είσαστε εσείς ; τα ρώτησε κατάπληκτος.
- Είμαστε τριαντάφυλλα, είπαν.
- Α! έκανε ο μικρός πρίγκιπας.

Κι ένιωσε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του είχε πει ότι ήταν το μοναδικό σ' όλον τον κόσμο από το είδος του. Και να τώρα που βρίσκονταν μπροστά του πέντε χιλιάδες, όλα τα ίδια, μέσα σ' ένα μόνο κήπο!
«Πολύ θα στενοχωρηθεί, σκέφτηκε, αν τα έβλεπε όλ' αυτά ... θα το' πιανε φοβερός βήχας και θα 'κανε σαν να 'ταν να πεθάνει για να γλιτώσει από τη γελοιοποίηση. Κι εγώ είμαι αναγκασμένος να κάνω πως τάχα το περιποιούμαι γιατί, αν δεν το κάνω, για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' άφηνε τον εαυτό της να πεθάνει στ' αλήθεια...»
Ύστερα, σκέφτηκε πάλι: «Πίστευα πως ήμουν πλούσιος επειδή είχα ένα μοναδικό σ' όλο τον κόσμο λουλούδι, ενώ δεν είχα παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια που μου φτάνουν μέχρι τα γόνατα και που από αυτά το ένα, ίσως, είναι σβησμένο για πάντα, το δίχως άλλο δεν με κάνουν μεγάλο πρίγκιπα ... Και, ξαπλωμένος πάνω στο χορτάρι, έκλαψε».

Τότε ήταν που παρουσιάστηκε η αλεπού:
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.
- Καλημέρα, απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε προς το μέρος απ' όπου ακουγόταν η φωνή, μα δεν είδε τίποτε.
- Εδώ είμαι, είπε η φωνή, κάτω από τη μηλιά ...
- Ποια είσαι συ; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη ...
- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος ...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού, δεν είμαι εξημερωμένη.
- Α! συγνώμη, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα, αφού σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε:
- Τι πάει να πει «εξημερωμένη»;
- Δεν θα είσαι από 'δω, είπε η αλεπού, τι ψάχνεις να βρεις;
- Ψάχνω να βρω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι σημαίνει εξημερωμένη;
- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Ακόμη ανατρέφουν κότες. Είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει. Μήπως ψάχνεις για κότες;
- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας, ψάχνω για φίλους. Τι σημαίνει «εξημερώνω»;
- Είναι κάτι ξεχασμένο για τα καλά, τώρα πια, είπε η αλεπού. Αυτό σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».
- Δημιουργώ δεσμούς;
- Ναι, βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα εσύ δεν είσαι ακόμη παρά ένα αγοράκι όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δεν έχω την ανάγκη σου. Κι εσύ το ίδιο δεν έχεις την ανάγκη μου. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Μα, αν εσύ με εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...
- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω πως μ' έχει εξημερώσει...
- Καθόλου απίθανο, είπε η αλεπού. Πάνω στη Γη βλέπει κανείς κάθε λογής πράματα ...
- Ω! Αυτό δεν έγινε στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Η αλεπού φάνηκε να ενδιαφέρεται πολύ.
- Σ' ένα άλλο πλανήτη;
-Ναι.
- Υπάρχουν κυνηγοί σε κείνο εκεί τον πλανήτη;
- Όχι.
- Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον! Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτε δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Όμως, η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της:
- Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους κι όλοι άνθρωποι μοιάζουν το ίδιο. Λοιπόν, κι εγώ κάπως βαριέμαι. Όμως, αν με εξημερώσεις, η ζωή μου θα μοιάζει σαν να την πλημμύρισε ο ήλιος. Θα γνωρίσω ένα θόρυβο από βήματα διαφορετικά απ' όλα τ' άλλα. Τα άλλα βήματα με κάνουν να καταχωνιάζομαι μέσα στη γη. Το δικό σου θα με φωνάζει να βγω έξω από την τρύπα μου, σαν να 'ναι μια μουσική. Κι ύστερα, κοίταξε! Βλέπεις εκεί κάτω τα σταροχώραφα; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Για μένα, το σιτάρι δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Κι αυτό είναι θλιβερό! Μα εσύ έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Θα 'ναι υπέροχα όταν θα μ' έχεις εξημερώσει! Το στάρι που είναι χρυσαφένιο, εσένα θα μου θυμίζει. Και θ' αγαπώ το θόρυβο του ανέμου καθώς θα περνάει ανάμεσα από τα στάχυα του σταριού.

Η αλεπού σώπασε και βάλθηκε να κοιτάζει το μικρό πρίγκιπα για πολλή ώρα.
- Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με, είπε!
- Πολύ το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν έχω καιρό. Έχω ν' ανακαλύψω φίλους και να γνωρίσω πολλά πράγματα.
- Δεν ξέρουμε παρά εκείνα που μας δίνουν την δυνατότητα να δημιουργούμε δεσμούς, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να μάθουν κάτι. Αγοράζουν πράγματα ετοιματζίδικα, φτιαγμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από τους εμπόρους. Και καθώς δεν υπάρχουν ποτέ έμποροι που να γίνονται φίλοι, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!
- Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα πρέπει να καθίσεις κάπως μακριά από μένα, όπως κάνω τώρα εγώ, πάνω στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου και συ δεν θα λες τίποτε. Η κουβέντα γίνεται αιτία να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Όμως, κάθε μέρα, θα μπορείς να 'ρχεσαι και να κάθεσαι κάπως πιο κοντά σε μένα ...

Την άλλη μέρα, ο μικρός πρίγκιπας ξαναγύρισε.
- Θα 'ταν καλύτερα να 'ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ' αρχίσω να 'μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις κιόλας θ' αρχίσω να εκνευρίζομαι και ν' ανησυχώ. Θα 'χω ανακαλύψει το τίμημα της ευτυχίας! Μα όταν εσύ θα 'ρχεσαι μια οποιαδήποτε ώρα, δεν ξέρω ποια, ποτέ δεν θα ξέρω πότε θ' αρχίσω να καρδιοχτυπώ... Χρειάζονται ορισμένα τυπικά.
- Τι είναι ένα τυπικό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
- Είναι κι αυτό κάτι ξεχασμένο από πολύν καιρό, είπε η αλεπού. Κάτι που κάνει κάποια μέρα να 'ναι διαφορετική από τις άλλες μέρες, μια ώρα διαφορετική από τις άλλες ώρες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια τυπικότητα στους κυνηγούς. Την Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Τότε, η Πέμπτη είναι μια μέρα υπέροχη! Κατηφορίζω για περίπατο μέχρι τ' αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν κάθε φορά που θα τους ερχόταν το κέφι, οι μέρες θα 'μοιαζαν όλες ίδιες, με αποτέλεσμα να μην έχω εγώ ποτέ διακοπές.

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίαζε να 'ρθει η ώρα του αποχωρισμού:
- Αχ! είπε η αλεπού ... Θ' αρχίσω τα κλάματα.
- Δικό σου είναι το λάθος, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Μα συ θα βάλλεις τα κλάματα, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Και βέβαια, είπε η αλεπού.
- Τότε, από αυτό, δεν κερδίζεις τίποτε!
- Κάτι κερδίζω, είπε η αλεπού είναι το χρώμα του σταριού.
Ύστερα πρόσθεσε:
-Πήγαινε πάλι να δεις τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο.
- Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις κι εγώ θα σου κάνω δώρο ένα μυστικό.

Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε για να πάει να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα:
- Δεν είναι ολότελα όμοια με το δικό μου, ακόμη δεν είσαστε, τους είπε. Κανείς δεν σας έχει εξημερώσει και σεις δεν έχετε εξημερώσει κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Κι εκείνη δεν ήταν παρά όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες. Όμως εγώ την έχω κάνει φίλη μου κι είναι τώρα μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα έδειξαν να τα 'χουν πειράξει πολύ τα λόγια του μικρού πρίγκιπα.
- Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, πρόσθεσε. Κανείς δεν θα μπορούσε να πεθάνει για σας.
Σίγουρα, κάποιος τυχαίος περαστικός, βλέποντας το δικό μου λουλούδι θα νόμιζε πως σας μοιάζει. Μα, από μόνο του αυτό, είναι πιο σημαντικό από όλα εσάς, γιατί εγώ το ποτίζω, το προφυλάσσω κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. Γιατί είναι αυτό που εγώ προφύλαξα με το παραβάν. Γιατί αυτό είναι που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο ή τρεις που τις άφησα για να γίνουν πεταλούδες). Γιατί αυτό είναι εκείνο που το άκουσα να παραπονιέται ή να περηφανεύεται ή, μάλιστα, μερικές φορές να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου.

Και γύρισε προς την αλεπού.
- Γεια σου, είπε ...
- Γεια σου, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: δεν βλέπει κανείς πολύ καλά παρά μονάχα με την καρδιά. Ότι είναι σημαντικό, δεν το βλέπουν τα μάτια.
- Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου και που το κάνει τόσο σημαντικό.
- Είναι ο χρόνος που έχω χάσει για το τριαντάφυλλό μου ... έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Όμως εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Να γίνεις υπεύθυνος για πάντα εκείνου που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου ...
- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου... επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να μην το ξεχάσει.

"O μικρός πρίγκιπας", κεφ. 20, 21
Antoine de Saint Exupery
Published in 1943