Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Έλα






Χάθηκες,
σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα.
Έλα, να σου δείξω έναν άλλο δρόμο, που οδηγεί σε ξέφωτα παραμυθένια.

Τρόμαξες,
κι η καρδιά σου πάγωσε, χτυπάει μονότονα.
Έλα, ξάπλωσε το κεφάλι σου στο στήθος μου, να σου μάθω το ρυθμό της δικής μου.

Ζητάς,
γιατί δεν σου έδειξαν ότι αξίζεις να σου προσφέρουν.
Έλα, να σου δείξω τι όμορφο που είναι να σου χαρίζουν, χωρίς να πεις μιά λέξη.

Φοβάσαι,
ότι η ιστορία θα είναι πάλι σε επανάληψη.
Έλα, πιάσε το χέρι μου  και πάμε να γράψουμε τη δική μας.

Χαμογέλα, και έλα...

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Η Λίζα κι εγώ

  



Αυτό το διάστημα ασχολούμαι με την ψηφιοποίηση παλιών φωτογραφιών. Έχουν αρχίσει ήδη να ξεθωριάζουν και αποφάσισα να τις μετατρέψω και σε ηλεκτρονική μορφή. Χθες ανάμεσα στις παλιές φωτογραφίες βρήκα και μία, στην οποία απεικονίζεται και η Λίζα. Πόσες μνήμες ανασύρθηκαν από τα συρτάρια του μυαλού μου...
    Η Λίζα ήταν μία σκυλίτσα που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν μικρός. Από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου, πάντα στο σπίτι είχαμε σκυλάκι και κάποιες φορές σκυλάκια. Το πατρικό μου σπίτι ήταν μονοκατοικία, είχε μεγάλο κήπο, και έτσι ήταν εύκολο να ζει μαζί μας. Θυμάμαι σχεδόν όλα τα ζωάκια που είχαμε κατά καιρούς, αλλά οι μνήμες που έχω με την Λίζα είναι οι πιό έντονες. Ίσως επειδή το διάστημα που ήταν μαζί μας, συνέπεσε με την δική μου τρυφερή ηλικία. Ηταν μιά πολύ ήσυχη σκυλίτσα, πολύ φιλική με όλους, δεν την θυμάμαι να γαβγίζει ποτέ. Εκείνο που θυμάμαι πολύ έντονα, ήταν τα καλοκαίρια. Όπου κι αν πήγαινα, ό,τι κι αν έκανα, η Λίζα ήταν πάντα δίπλα μου. Αγαπημένη ασχολία να παίζω στο κήπο με τα χώματα. Έφτιαχνα δυό λόφους από χώμα και προσπαθούσα με ξυλάκια να στήσω γέφυρες να τους ενώσω. Η Λίζα δίπλα μου να παρακολουθεί. Καθόμουνα και διάβαζα Μίκυ Μάους, η Λίζα στα πόδια μου ξαπλωμένη να με προκαλεί να την χαϊδεψω. Πήγαινα για μπάλα στο αυτοσχέδιο γήπεδο στην αλάνα, η Λίζα στο πλάι, να με περιμένει να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι.  Τα απογεύματα, κρυμμένοι σχεδόν κάτω από τη μεγάλη συκιά, μοιραζόμασταν ότι έτρωγα. Η μαμά μου είχε πάρει χαμπάρι ότι τρώγαμε μισό μισό το φαγητό και επειδή με μάλωνε, κρυβόμασταν κάτω από τη συκιά. Η πιό ωραία στιγμή ήταν όταν έτρωγα παγωτό. Ξυλάκι βανίλια. Έτρωγα το παγωτό και η Λίζα από κάτω κουνώντας την ουρά της, περίμενε την δική της σειρά. Ήξερε κάθε φορά, ότι το μισό θα ήταν δικό της. Της το κράταγα μέχρι η μεγάλη γλώσσα της να καθαρίσει κάθε ίχνος παγωτού από το ξυλάκι.
    Το καλοκαίρι τα βράδια, τότε που ο κόσμος ήταν διαφορετικός, τότε που δεν υπήρχε κανένας φόβος και πόρτες και παράθυρα ήταν πάντα ανοιχτά, κοιμόμουνα έξω στην αυλή. Ενας λόγος που περίμενα ανυπόμονα το καλοκαίρι ήταν κι αυτός. Ξαπλωμένος στο σπαστό κρεβατάκι, να χαζεύω τα αστέρια, και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Συνήθως όμως, προσπαθούσα ενώνοντας με νοητές γραμμές τα αστέρια, να φτιάξω σχήματα, μέχρι να κουραστούν τα μάτια και να με πάρει ο ύπνος. Και η Λίζα στο πλάι να κοιμάται μαζί μου. Το πρωί, ίδια ώρα πάντα, άρχιζε να γλύφει το χέρι μου για να ξυπνήσω και να ξεκινήσουμε μια καινούργια ημέρα μαζί.
    Πρέπει να ήταν περίπου 5 χρόνων κι εγώ γύρω στα έντεκα, όταν ένα πρωί, ξύπνησα χωρίς το γνώριμο γλύψιμο στο χέρι. Ρώτησα τη μαμά μου αν την είδε και εκείνη μου απάντησε ότι μάλλον έφυγε. Νόμιζα ότι έχασα τα πάντα, δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί να φύγει και είχα πλαντάξει από το κλάμα. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να με καθυσηχάσουν, μου έλεγαν ότι θα πάρουμε άλλο σκυλάκι, αλλά εγώ δεν ησύχαζα με τίποτα. Το βράδυ και αφού το κλάμα και η γκρίνια δεν είχαν σταματήσει όλη μέρα, άκουσα κρυφά μια συζήτηση των γονιών μου. Η μαμά μου έλεγε του μπαμπά μου, ότι δεν έπρεπε να την διώξει. Απ' ότι έμαθα αργότερα, ο μπαμπάς μου την είχε βαρεθεί και ήθελε να πάρει έναν άλλο σκύλο. Οπότε βρήκε τη λύση, να διώξει τη Λίζα. Την έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, για να μη βλέπει κιόλας τη διαδρομή, και πήγαν και την άφησαν καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακρυά σε ένα βουνό. Εκεί υπήρχαν και αρκετές βιομηχανίες και σκέφτηκε ότι κάπου θα έβρισκε να μαζευτεί.
    Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα δεν είπα τίποτα, αλλά φυσικά το κλάμα συνεχιζόταν. Το απόγευμα της τρίτης μέρας και αφού έβλεπαν ότι δεν ησυχάζω άρχισαν να μου λένε ότι τα σκυλιά έτσι κάνουν, πολλές φορές βαριούνται και φεύγουν. Και τότε ξεσπώντας, τους είπα ότι άκουσα τι είχαν πει, ξέρω ότι την έδιωξαν και κλαίγοντας τους ρωτούσα γιατί. Τα γιατί μου δεν είχαν απάντηση. Θυμάμαι τη μαμά μου να κλαίει και το πόσο άσχημα ένιωσε ο μπαμπάς μου. Τον θυμάμαι με χαμηλωμένο βλέμα να μου υπόσχεται, ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε εκεί που την άφησε να ψάξει να την βρει και να την φέρει πίσω στο σπίτι. Ήταν ότι καλύτερο μπορούσα να ακούσω και ξάπλωσα να κοιμηθώ ελπίζοντας ότι την επόμενη μέρα θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα ψάξει να την βρεί.
    Δεν χρειάστηκε όμως. Το πρωί, ένιωσα στο χέρι μου το ζεστό γλύψιμο στο χέρι από τη Λίζα. Είχε βρεί το δρόμο, τόσα πολλά χιλιόμετρα και είχε επιστρέψει μόνη της. Θυμάμαι ότι ήταν  πολύ λερωμένη στα πόδια, και το πρόσωπο της λίγο πρησμένο, σαν να την είχα τσιμπήσει σφήκες. Πετάχτηκα όρθιος, την αγκάλιασα και φώναζα σαν τρελλός. Και αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι τα βουρκωμένα μάτια του μπαμπά και της μαμάς όταν βγήκαν έξω να δουν τι συμβαίνει. Είχαμε πέσει όλοι επάνω της και αυτή ευτυχισμένη απολάμβανε τα χάδια μας.
    Η Λίζα φυσικά έμεινε πλέον στο σπίτι της, μεγάλωσε και γέρασε μαζί μας μέχρι που κάποια στιγμή πέθανε αφού ολοκήρωσε τον κύκλο της. Έναν κύκλο που πιστεύω ότι και εμένα αλλά και τους συγχωρεμένους τους γονείς μου, μας δίδαξαν και μας έμαθαν πολλά.


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Μ' ένα καινούργιο παραμύθι


αγωνία.γιατί.απόγνωση.προσμονή.ήχοι.
μαζί.ουρανός.υπάρχω.μετέωρος.όρια.υπέρβαση.
λέξεις.έρωτας.ίναχος.πέταγμα.εκεί.ιδανικός.σιωπή.
πόνος.όνειρο.λησμονιά.ύπνος.




Θ' αλλάξω πάλι καταλύτη, θα φέρω βόλτα τη βραδυά
θα βάλω μπρος το λεπτοδείκτη και μια τελεία στα παλιά.

Μ' ένα καινούριο παραμύθι δεν ξεκολλάς απ΄ το παλιό
κι η μαχαιριά βαθιά στα στήθη να γιατρευτεί θέλει καιρό.

Κι ύστερα πάλι θα φροντίσω να βγάλω εξάρες στη ζαριά
και στη φωτιά θα περπατήσω για να ξορκίσω τα παλιά.

Έλα και πάρε με αγκαλιά, γλυκονανουρισέ με
κι αν σ΄αρνηθώ τη μια φορά την άλλη πλανεψέ με.
Έλα και πάρε με αγκαλιά στις γειτονιές της νύχτας,
και σβήσε μου με δυό φιλιά τα σύννεφα της πίκρας.