Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Απόδραση


Είναι καιρός που σκεφτόταν να κάνει αυτή τη βόλτα. Τον είχε πιάσει μιά νοσταλγική διάθεση τελευταία. Να επιστρέφει στο παρελθόν, να θυμάται όμορφες στιγμές που είχε ζήσει. Πάντα σε περιόδους που σύννεφα σκίαζαν τον ουρανό του, κατέφευγε στα συρτάρια των αναμνήσεων. Πάντα εκεί έβρισκε την απαραίτητη γαλήνη. 
Ετσι, αυτή τη Κυριακή αποφάσισε να πάει στην κορυφή ενός βουνού. Στους πρόποδες του, πήγαινε πριν από πολλά χρόνια στην κατασκήνωση. Κάποια μεσημέρια, όταν όλοι οι κατασκηνωτές ήταν ξαπλωμένοι για τον μεσημεριανό ύπνο, αυτός δραπέτευε. Και ακολουθώντας ένα δύσβατο μονοπάτι, ανάμεσα σε πολύ πυκνή βλάστηση, ανέβαινε πεζοπορώντας στην κορυφή. Χίλια εκατόν πενήντα μέτρα υψόμετρο, γεμάτη από έλατα. Από εκεί έβλεπε όλο το λεκανοπέδιο στρωμένο σαν χαλί. Ενας μικρός Θεός, στον δικό του μικρό Όλυμπο. 
   Από το βράδυ του Σαββάτου, ετοίμασε το σακίδιο του. Κυάλια, φωτογραφική μηχανή, τσιγάρα, νερό, σάντουιτς, σκέψεις. Κυριακή σχεδόν αξημέρωτα ξύπνησε και μετά από ένα δροσερό ντους και τον συνηθισμένο ζεστό καφέ, ντύθηκε για τη βόλτα του. Τζην και λευκό μπλουζάκι για δροσιά, μποτάκια για το φόβο των φιδιών, τα γκρίζα όνειρα στους ώμους για την περίπτωση που θα είχε ψύχρα. Κατέβηκε, γύρισε το διακόπτη της μηχανής του αυτοκινήτου για να ξεκινήσει. Μαζί ξεκίνησε και το cd player που είχε μείνει ανοιχτό από την προηγούμενη. "χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά καπνίζει ένα φουγάρο, κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο, και σαν καφέ πικρό". Ωραία ξεκινάμε, μονολόγησε κι ένα μάλλον πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. 
   Η διαδρομή γνωστή. Κίνηση καθόλου. Η πόλη ακόμα κοιμάται. Βγαίνοντας έξω από τα όρια της, εκεί που τα πεύκα χρωματίζουν αλλιώς το τοπίο, νιώθει πως αρχίζει να ανασαίνει. Η μουσική συνεχίζει να συντροφεύει χαμηλά. "ότι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο.... δεν ξέρω αν φεύγεις τώρα για το λίγο μου, ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ για σένα". Σκέφτεται πως τελικά το πιό δύσκολο είναι δύο άνθρωποι να βρουν κοινά μέτρα και σταθμά, να έχουν τις ίδιες μονάδες μέτρησης. Διαφορετικά είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. 
   Έφτασε στην διασταύρωση απ' όπου ξεκινάει ο χωματόδρομος που οδηγεί στην κατασκήνωση. Δύσβατος δρόμος, σκαμένος από τα νερά των βροχών. Όσο λειτουργούσε η κατασκήνωση τον συντηρούσαν κάπου κάπου. Τώρα έμεινε κι αυτός έρημος, να σμιλεύει η φύση τα δικά της σχέδια επάνω του. Με μεγάλη προσοχή αλλά ακόμα μεγαλύτερη ταλαιπωρία ελαστικών και αμορτισέρ, αντίκρυσε επιτέλους την κατασκήνωση. Ενας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του καθώς σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω από την μεγάλη βελανιδιά, που στεκόταν εκεί από τότε. Κι ενώ η Χαρούλα επιβεβαίωνε ότι "κι όσο φεύγω μακρυά σου το ξέρω, πάντα ο ήλιος θα βγαίνει χωρίς, να τον νοιάζει αν θα τα καταφέρω, ή αν έρθεις ποτέ να με βρείς", έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε. Πλησίασε τα συρματοπλέγματα, ακούμπησε τα χέρια του επάνω τους και έμεινε εκεί να κοιτάζει. Το αρχηγείο, η κουζίνα, η τραπεζαρία, η γεννήτρια, οι τσιμεντένιες βάσεις των σκηνών, το εκκλησάκι.... Όλα ήταν εκεί. Ένα ορμητικό κύμα αναμνήσεων πλημμύρισε το μυαλό του. Θυμήθηκε τότε που ήταν αρχηγός σ' αυτή τη κατασκήνωση. Τις αγωνίες και την προσπάθεια για 20 μέρες, να διδάξει και να δείξει στα μικρά παιδιά του, τι σημαίνει ομαδική ζωή, συμβίωση, κοινωνικότητα. Τι σημαίνει να μοιράζεσαι. 
   Θυμήθηκε και κάποια παιδιά. Τον Αστέρη. Τι να κάνει τώρα άραγε ο Αστέρης? Ενα 8χρονο παιδάκι με μιας μορφής νοητική στέρηση, ιδιαίτερα κλειστός χαρακτήρας, που όταν ήρθε, μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να τον πείσουν να μείνει. Θυμάται πως του ζήτησε να πάνε λίγο πιό πέρα οι δυό τους. Διστακτικά πήγε μαζί του και σε δέκα λεπτά που γύρισαν, ο Αστέρης όλο χαρά ανακοίνωσε στους γονείς του ότι θα μείνει. Έκπληκτοι τον ρώτησαν πως τον έπεισε. Τους είπε ότι τον έχρισε υπαρχηγό και βοηθό του. Και πράγματι ο Αστέρης πέρασε ένα ευτυχισμένο 20ήμερο στην κατασκήνωση, έχοντας αρμοδιότητες που πάντα εκπλήρωνε κανονικά και καμάρωνε πολύ γι' αυτό. 
   Θυμήθηκε τον Αλέξη, γύρω στα έξι, που ένα βράδυ ανέβασε ξαφνικά πυρετό και ήθελε τη μαμά του. Πως να ειδοποιηθεί όμως η μαμά του, αφού δεν υπήρχε καν τηλέφωνο. Κι έτσι εκείνο το βράδυ, ο Αλέξης εκτός από τα αντιπυρετικά, ήθελε να νιώθει και κάποιον δίπλα του. Κι αυτός έμεινε όλη νύχτα καθιστός δίπλα στο κρεβάτι του, για να του πιάνει ο Αλέξης τα μαλλιά καθώς κοιμόταν και να νιώθει ασφάλεια. 
   Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πως σε κάποια δραστηριότητα που είχαν, υποσχέθηκε στα παιδιά, ότι θα φάνε για βραδυνό ότι ζητήσουν. Και αφού έφεραν εις πέρας αυτό που είχαν να κάνουν, ήρθε η ώρα της ανταμοιβής. Και αυτά ζήτησαν αυγό τηγανητό με πατάτες. Οι μαγείρισες ανένδοτες να τηγανίσουν αυγά. Πως να ξεχάσει ότι τηγάνισε 120 αυγά!!! 
    Με μιά πρωτόγνωρη γαλήνη μέσα του, γύρισε στο αυτοκίνητο, έβαλε στον ώμο το σακίδιο του και κατευθύνθηκε στην πίσω πλευρά της κατασκήνωσης, εκεί που θυμόταν ότι ήταν το μονοπάτι που οδηγούσε στη κορυφή. Ήταν η ώρα της απόδρασης. Της απόδρασης από όλα αυτά που τον τελευταίο καιρό είχαν υψώσει ακόμα μεγαλύτερα κάγκελα στο ομολογουμένως χτισμένο από τον ίδιο κελί του. Ίσως ακόμα να ήθελε να μετρηθεί με τον εαυτό του, με τις δυνάμεις του, να δει αν μπορεί να τα καταφέρει ακόμα. 
Με λύπη διαπίστωσε πως μονοπάτι δεν υπήρχε πλέον πουθενά, αλλά αυτό ήταν κάτι που το περίμενε. Με ατέλειωτα ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και πάντα με ανοδική πορεία ξεκίνησε για να φτάσει στη κορυφή. Κάποιες στιγμές ένιωσε φόβο, ακούγοντας διάφορους θορύβους. Στεκόταν να αφουγκραστεί αλλά μάλλον ήταν ζωάκια ή ίσως φίδια, που πιό τρομαγμένα κι αυτά από την παραβίαση του χώρου τους από αυτόν, έτρεχαν να απομακρυνθούν και να κρυφτούν. Μετά από πορεία μίας και παραπάνω ώρας, επιτέλους αντίκρυσε το πλάτωμα που υπήρχε στη κορυφή και λίγο πιο κεί, η συστάδα με τα έλατα.  
   Στάθηκε για λίγο, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί στο λεκανοπέδιο που απλωνόταν μπροστά του. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και τεντώθηκε να ξεπιαστεί. Ένιωθε και πάλι ένας μικρός Θεός στον μικρό του Όλυμπο. Κοίταξε γύρω και βρήκε έναν παχύ ίσκιο ανάμεσα στα έλατα, κάθισε σε μία πέτρα και έβγαλε νερό, καφέ και επιτέλους άναψε τσιγάρο. Τα μάτια αχόρταγα κοιτούσαν γύρω γύρω λες και ήθελαν να εγκλωβίσουν για πάντα την ομορφιά του τοπίου. Πήρε τα κυάλια και άρχισε να κοιτάζει ίσια κάτω την πόλη του. Προσπαθούσε να διακρίνει σημεία που ήξερε. Κοίταζε μία με τα κυάλια και μετά χωρίς αυτά. Του έκανε εντύπωση πόσο πολύ γλύκαιναν οι γραμμές, όταν έβλεπε γνώριμα σημεία από τόσο ψηλά και μακρυά. Πόσο πιό όμορφα έδειχναν. 
   Παρά την απορρόφησή του όμως από την εικόνα, οι σκέψεις, δεν άργησαν να έρθουν. Άλλωστε μόνος του τις είχε βάλει στο σακκίδιο. Σκεφτόταν τι έγινε τις προηγούμενες μέρες, λόγια που άκουσε, λόγια που είπε, διαλόγους, μονολόγους, συναισθήματα, αν άξιζε, αν έπρεπε. Και όλα αυτά, με τον δικό του τρόπο, μακρυά από όλους, προσπαθούσε να τα βάλει σε τάξη και να τα κατανοήσει. Αιτιολόγησε αλλά και δικαιολόγησε πολλά. Τελικά και άξιζε και έπρεπε. Ασχέτως αν δεν μπόρεσε να καταλάβει πως γίνεται κάποιος να αμφισβητεί, να ερμηνεύει, να προβλέπει, χωρίς προηγουμένως να ξέρει. Ανθρώπινο μονολόγησε. Άναψε τσιγάρο και όπως κρατούσε το τηλέφωνο με το άλλο χέρι, μηχανικά σχεδόν, άνοιξε και κοίταξε μια φωτογραφία. Εμεινε κάμποση ώρα να την κοιτάζει και να της χαμογελάει. Ηξερε πλέον καλά, πως έστω και σαν φωτογραφία, μόνο χαμόγελο αξίζει να αντικρύζει. Τα δάκρυα τα άφησε να τρέχουν καλά κρυμένα μέσα του. Έκλεισε το τηλέφωνο και σκεφτόταν, πόσο θα ήθελε κάποια στιγμή να κάνει όσα είχε υποσχεθεί. Τουλάχιστον αυτά που εξαρτώνταν μόνο από αυτόν. 

   Με αυτή την όμορφη και τρυφερή σκέψη, με μιά ψυχική γαλήνη και ηρεμία, απόρροια συγκατάβασης και παραδοχής της πραγματικότητας, άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του για την επιστροφή. Ναι θα ήθελε τα πράγματα να ήταν αλλιώς, γιατί ήταν απόλυτα βέβαιος, ότι είχε πολλά να μοιραστεί. Όταν τα θέλω όμως εξαρτώνται και από τα θέλω άλλων, τότε απλά αποδέχεσαι την πραγματικότητα. Με αυτή τη σκέψη, ξεκίνησε για την επιστροφή, αφού είχε ήδη περάσει αρκετή ώρα. Τώρα ήταν πιό εύκολο. Κατηφορική η πορεία, λιγότερο βάρος και στο σακκίδιο και στη ψυχή. 
   Έφτασε στο αυτοκίνητο, κοίταξε για μιά ακόμα φορά τη κατασκήνωση και υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξανάρθει. Άναψε τη μηχανή, τη μουσική και ξεκίνησε. Ακούει "εγώ σ'αγάπησα εδώ, που να'σαι τώρα που γυρνάς, σε ποιό καινούργιο ουρανό, χρώματα κλέβεις. Ένιωσες πάλι τα φτερά, τι σου'βαλε ξανά φωτιά, σε ποιό λιμάνι ποιό σταθμό, καρδιά γυρεύεις. ...Παραμυθάκι μου σκληρό, όπου κι αν είσαι και γυρνάς, για μένα εκεί να μη ρωτάς, εγώ σ'αγάπησα εδώ". Το βάζει ξανά και ξανά. 

   Λίγο πριν φτάσει στη διασταύρωση με την παλιά εθνική, ακούει μιά εισαγωγή που τον κάνει να παγώσει για λίγο και να σφίξει τα χείλη του. Το αφήνει να παίξει "θα πω ένα τραγούδι, σήκω να το χορέψεις, τα μάτια να μου κλέψεις, για πάντα πριν χαθώ". Απλώνει το χέρι, βγάζει τον μουσικό δίσκο και μονολογώντας "άσε μας και συ ρε Πασχαλίδη", τον μετατρέπει σε ιπτάμενο, αφού με μία απότομη κίνηση τον εκσφεδόνισε μακρυά από το ανοιχτό παράθυρο.

6 σχόλια:

  1. Στην κατασκηνωση ο Αρχηγος μου ανεθεσε να σοφουγγαριζω καθε μερα το δωματιο-γραφειο του...Το θεωρησα υψιστη τιμη(οπως και οταν η δασκαλα μου ζητουσε να της μαζεψω ραδικια)Ημουν πανευτυχης.Παντως ειναι η πρωτη φορα που το σκεφτομαι.
    Αναρωτιεμαι ημουν δουλικος τυπος;περιμενα ανταλλαγμα;
    ---''Αμφισβητει,ερμηνευει,προβλεπει χωρις να ξερει'
    Λεμε τωρα, μηπως δοκιμαζει τροπους για να βγει απ'το σκοταδι.Δεν υποκρυπτονται αρνητικα συναισθηματα,νομιζω.
    ---Αν εχω εμπεδωσει κατι ειναι ο τροπος να αποδεχομαι την πραγματικοτητα και εστω μετα βασανων να κατανοω οτι επιθυμιες δεν εχω μονο εγω.Δεν ειναι δυνατον παντα μεταξυ δυο ανθρωπων να υπαρχει απολυτη ταυτιση.Ποσο μαλλον μεταξυ περισσοτερων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Μαριανθούλα,
      Σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο σου και κυρίως
      επειδή φαίνεται ότι αντιλαμβάνεσαι καλά και μπαίνεις
      βαθειά σε αυτό που διαβάζεις.
      Να είσαι και να περνάς καλά
      με ότι κι αν κάνεις.

      Διαγραφή
  2. Ποσο λυτρωτική είναι η επαφή με την φύση...
    Με εξαγνίζει όποτε της δίνω την ευκαιρία... Τις προάλλες είχα πάρει κι εγώ τη θλίψη μου και την πήγα βόλτα στο βουνό... ίδιες σκέψεις... ίδιες ανησυχίες μόνο το ρεπερτόριο διαφορετικό (ήταν ξένο)
    Για όλους τους παραπάνω λόγους έγραψα το παιδί μου στον οδηγισμό... για ναβρίσκεται σε αρμονία με τη φύση και να βρίσκει την ισορροπία με τον εαυτό του μέσα απ'αυτή...
    Ομορφη ανάρτηση... :)

    Y.γ. ελπίζω να μην έχουμε και ίδια μάρκα κυάλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ετσι είναι Λιακάδα μου, η επαφή με τη φύση εξαγνίζει.
      Χαίρομαι που συμφωνούμε. Οχι τίποτα άλλο δηλαδή,
      αλλά κόντευα να πιστέψω αυτό που μου λένε, ότι είμαι
      φευγάτος, επειδή μου αρέσει να κάνω μοναχικούς
      περιπάτους στη φύση. χαχαχα.
      Καλά έκανες και έγραψες τη κορούλα σου στον οδηγισμό.
      Θα πάρει πολλά εφόδια, ίσως όχι άμεσα ορατά,
      πολύ χρήσιμα για το μέλλον. Να σου πω μόνο, ότι η κατασκήνωση
      που αναφέρω ότι ήμουν αρχηγός ήταν προσκοπική :ο)
      Μιά όμορφη μέρα σου εύχομαι.

      Διαγραφή
  3. Καλησπέρα Γιώργο μου,
    Όταν τέλειωσα την ανάγνωση της ανάρτησης σου, μονολόγησα: "ο Πασχαλίδης την πλήρωσε τελικά". Και ύστερα ασυναίσθητα πάτησα πάνω στο τραγούδι και το άκουσα, δυστυχώς όχι για πρώτη φορά. Και λέω "δυστυχώς" γιατί υπήρξαν νύχτες που χανόμουν στους στίχους αυτού και άλλων παρόμοιων τραγουδιών. Γιατί αυτή η ρημάδα η φωτιά καίει και αφήνει πίσω στάχτες πολλές φορές. Και άντε ύστερα να βρεις δύναμη να ξαναγεννηθείς απ' τις στάχτες σου.
    Ευτυχώς όμως η ηρεμία, η χαρά και η ευτυχία είναι πάντα ένα βήμα μακριά. Χρειάζεται απλώς να της απλώσουμε το χέρι.
    Χμ, μάλλον ξεγλίστρησαν κάποιες απ' τις σκέψεις που έκρυψες στο σακίδιο σου και μας παρέσυραν όλους στις δικές μας.
    Αυτό είναι το κακ(-λ)ο με τις σκέψεις: ποτέ δεν σταματούν!
    Να περνάς όμορφα και να χαμογελάς! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Μαρινάκι μου,
      όχι μωρέ, ο Πασχαλίδης είναι αγαπημένος τραγουδιστής.
      Μιά στιγμή ήταν που πάει πέρασε.
      Οι σκέψεις δεν πρέπει να σταματούν ποτέ.
      Μας βοηθάνε να έχουμε τον έλεγχο σε ότι μας συμβαίνει
      και φυσικά μας δίνουν τη δύναμη να ξαναγενιόμαστε
      μέσα από τις στάχτες.
      Πάντα αισιοδοξία, χαμόγελο και ελπίδα για το αύριο.
      Μια πανέμορφη εβδομάδα να έχεις βασίλισσά μου.

      Διαγραφή