Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Η Λίζα κι εγώ

  



Αυτό το διάστημα ασχολούμαι με την ψηφιοποίηση παλιών φωτογραφιών. Έχουν αρχίσει ήδη να ξεθωριάζουν και αποφάσισα να τις μετατρέψω και σε ηλεκτρονική μορφή. Χθες ανάμεσα στις παλιές φωτογραφίες βρήκα και μία, στην οποία απεικονίζεται και η Λίζα. Πόσες μνήμες ανασύρθηκαν από τα συρτάρια του μυαλού μου...
    Η Λίζα ήταν μία σκυλίτσα που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν μικρός. Από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου, πάντα στο σπίτι είχαμε σκυλάκι και κάποιες φορές σκυλάκια. Το πατρικό μου σπίτι ήταν μονοκατοικία, είχε μεγάλο κήπο, και έτσι ήταν εύκολο να ζει μαζί μας. Θυμάμαι σχεδόν όλα τα ζωάκια που είχαμε κατά καιρούς, αλλά οι μνήμες που έχω με την Λίζα είναι οι πιό έντονες. Ίσως επειδή το διάστημα που ήταν μαζί μας, συνέπεσε με την δική μου τρυφερή ηλικία. Ηταν μιά πολύ ήσυχη σκυλίτσα, πολύ φιλική με όλους, δεν την θυμάμαι να γαβγίζει ποτέ. Εκείνο που θυμάμαι πολύ έντονα, ήταν τα καλοκαίρια. Όπου κι αν πήγαινα, ό,τι κι αν έκανα, η Λίζα ήταν πάντα δίπλα μου. Αγαπημένη ασχολία να παίζω στο κήπο με τα χώματα. Έφτιαχνα δυό λόφους από χώμα και προσπαθούσα με ξυλάκια να στήσω γέφυρες να τους ενώσω. Η Λίζα δίπλα μου να παρακολουθεί. Καθόμουνα και διάβαζα Μίκυ Μάους, η Λίζα στα πόδια μου ξαπλωμένη να με προκαλεί να την χαϊδεψω. Πήγαινα για μπάλα στο αυτοσχέδιο γήπεδο στην αλάνα, η Λίζα στο πλάι, να με περιμένει να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι.  Τα απογεύματα, κρυμμένοι σχεδόν κάτω από τη μεγάλη συκιά, μοιραζόμασταν ότι έτρωγα. Η μαμά μου είχε πάρει χαμπάρι ότι τρώγαμε μισό μισό το φαγητό και επειδή με μάλωνε, κρυβόμασταν κάτω από τη συκιά. Η πιό ωραία στιγμή ήταν όταν έτρωγα παγωτό. Ξυλάκι βανίλια. Έτρωγα το παγωτό και η Λίζα από κάτω κουνώντας την ουρά της, περίμενε την δική της σειρά. Ήξερε κάθε φορά, ότι το μισό θα ήταν δικό της. Της το κράταγα μέχρι η μεγάλη γλώσσα της να καθαρίσει κάθε ίχνος παγωτού από το ξυλάκι.
    Το καλοκαίρι τα βράδια, τότε που ο κόσμος ήταν διαφορετικός, τότε που δεν υπήρχε κανένας φόβος και πόρτες και παράθυρα ήταν πάντα ανοιχτά, κοιμόμουνα έξω στην αυλή. Ενας λόγος που περίμενα ανυπόμονα το καλοκαίρι ήταν κι αυτός. Ξαπλωμένος στο σπαστό κρεβατάκι, να χαζεύω τα αστέρια, και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Συνήθως όμως, προσπαθούσα ενώνοντας με νοητές γραμμές τα αστέρια, να φτιάξω σχήματα, μέχρι να κουραστούν τα μάτια και να με πάρει ο ύπνος. Και η Λίζα στο πλάι να κοιμάται μαζί μου. Το πρωί, ίδια ώρα πάντα, άρχιζε να γλύφει το χέρι μου για να ξυπνήσω και να ξεκινήσουμε μια καινούργια ημέρα μαζί.
    Πρέπει να ήταν περίπου 5 χρόνων κι εγώ γύρω στα έντεκα, όταν ένα πρωί, ξύπνησα χωρίς το γνώριμο γλύψιμο στο χέρι. Ρώτησα τη μαμά μου αν την είδε και εκείνη μου απάντησε ότι μάλλον έφυγε. Νόμιζα ότι έχασα τα πάντα, δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί να φύγει και είχα πλαντάξει από το κλάμα. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να με καθυσηχάσουν, μου έλεγαν ότι θα πάρουμε άλλο σκυλάκι, αλλά εγώ δεν ησύχαζα με τίποτα. Το βράδυ και αφού το κλάμα και η γκρίνια δεν είχαν σταματήσει όλη μέρα, άκουσα κρυφά μια συζήτηση των γονιών μου. Η μαμά μου έλεγε του μπαμπά μου, ότι δεν έπρεπε να την διώξει. Απ' ότι έμαθα αργότερα, ο μπαμπάς μου την είχε βαρεθεί και ήθελε να πάρει έναν άλλο σκύλο. Οπότε βρήκε τη λύση, να διώξει τη Λίζα. Την έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, για να μη βλέπει κιόλας τη διαδρομή, και πήγαν και την άφησαν καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακρυά σε ένα βουνό. Εκεί υπήρχαν και αρκετές βιομηχανίες και σκέφτηκε ότι κάπου θα έβρισκε να μαζευτεί.
    Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα δεν είπα τίποτα, αλλά φυσικά το κλάμα συνεχιζόταν. Το απόγευμα της τρίτης μέρας και αφού έβλεπαν ότι δεν ησυχάζω άρχισαν να μου λένε ότι τα σκυλιά έτσι κάνουν, πολλές φορές βαριούνται και φεύγουν. Και τότε ξεσπώντας, τους είπα ότι άκουσα τι είχαν πει, ξέρω ότι την έδιωξαν και κλαίγοντας τους ρωτούσα γιατί. Τα γιατί μου δεν είχαν απάντηση. Θυμάμαι τη μαμά μου να κλαίει και το πόσο άσχημα ένιωσε ο μπαμπάς μου. Τον θυμάμαι με χαμηλωμένο βλέμα να μου υπόσχεται, ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε εκεί που την άφησε να ψάξει να την βρει και να την φέρει πίσω στο σπίτι. Ήταν ότι καλύτερο μπορούσα να ακούσω και ξάπλωσα να κοιμηθώ ελπίζοντας ότι την επόμενη μέρα θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα ψάξει να την βρεί.
    Δεν χρειάστηκε όμως. Το πρωί, ένιωσα στο χέρι μου το ζεστό γλύψιμο στο χέρι από τη Λίζα. Είχε βρεί το δρόμο, τόσα πολλά χιλιόμετρα και είχε επιστρέψει μόνη της. Θυμάμαι ότι ήταν  πολύ λερωμένη στα πόδια, και το πρόσωπο της λίγο πρησμένο, σαν να την είχα τσιμπήσει σφήκες. Πετάχτηκα όρθιος, την αγκάλιασα και φώναζα σαν τρελλός. Και αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι τα βουρκωμένα μάτια του μπαμπά και της μαμάς όταν βγήκαν έξω να δουν τι συμβαίνει. Είχαμε πέσει όλοι επάνω της και αυτή ευτυχισμένη απολάμβανε τα χάδια μας.
    Η Λίζα φυσικά έμεινε πλέον στο σπίτι της, μεγάλωσε και γέρασε μαζί μας μέχρι που κάποια στιγμή πέθανε αφού ολοκήρωσε τον κύκλο της. Έναν κύκλο που πιστεύω ότι και εμένα αλλά και τους συγχωρεμένους τους γονείς μου, μας δίδαξαν και μας έμαθαν πολλά.


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Η κουπαστή




Είπα απόψε να μη γράψω τίποτα. Να μη μιλήσω εγώ. 
Να αφήσω ένα λατρεμένο τραγούδι (Η κουπαστή) να μιλήσει για μένα. Αγαπημένη συνήθεια. Όμως να, που πάλι αυτοδιαψεύδομαι.  Βλέπεις αυτό το τραγούδι το έχεις σφραγίσει εσύ. Και μαζί μ' αυτό και μένα. Η θέση σου στα συρτάρια της ψυχής μου, σταθερή στο χρόνο. Αυτή που της αξίζει. 
Δυσανάλογο το βάθος της ψυχής σου, με τα λίγα χρόνια της ζωής σου. Αλλά γεμάτα, όπως συνήθιζες να λες. Πόνεσες, πάλεψες, νικήθηκες. Αλλά δεν παραπονιόσουνα, έζησα έλεγες. 
Μια μέρα πριν, σου έστειλα το ρολόι μου. Σου άρεσε και ήθελα να το βλέπεις, να παίρνεις δύναμη και κουράγιο. Είμασταν κι ένα πέλαγος μακρυά.  Μόλις το πήρες μου έγραψες: "όλα γύρω μου, θυμίζουν έρωτα, η αγάπη πλημυρίζει το χώρο. το μόνο που λείπει είναι η φυσική σου παρουσία". Σου απάντησα "έρχομαι".
Το επόμενο πρωί με ειδοποίησαν πως έφυγες. Με το ρολόι μου στο χέρι σου.
Έλεγες οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν δεν τους θυμόμαστε. Πάνε τόσα χρόνια, αλλά εσύ μη φοβάσαι.
Την αθανασία την έχεις εξασφαλισμένη. Με το σπαθί σου.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μου λείπεις






Κοίτα, πάλι σε σένα έρχομαι. Είναι κι οι μέρες βρε Κωστή μου τέτοιες που δεν γίνεται να μη σε θυμηθώ. Αλλά έτσι είχαμε μάθει. Να έχουμε γιά ότι καλό η κακό ο ένας τον άλλο. Πάντα όταν μιλάω για σένα λέω : "δεν έχει αξία να λέω πόσο τον αγαπούσα εγώ, σημασία έχει ότι ξέρω πόσο με αγαπούσε εκείνος".
Κι εγώ σ' αγαπούσα και συνεχίζω να σ' αγαπώ καλέ μου φίλε.

Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά, που μας συμβαίνουν άσχημα γεγονότα, το μυαλό αντιδρά και προσπαθεί να βρει αντίβαρα, να μετριάσει την θλίψη. Ανασύρει από τη μνήμη ότι καλύτερο υπάρχει, για να νικήσει τα άσχημα του παρόντος. Για μένα Κωστή μου, εσύ είσαι ότι καλύτερο διαθέτει η μνήμη μου και τώρα που έχω κάποια ζόρια, πάλι τον ίσκιο σου ψάχνω.

Θυμάμαι...
Και μου λείπει η καθημερινή σου ιδιαίτερη καλημέρα το πρωί που συναντιόμαστε στο γραφείο.
Εμπαινες αθόρυβα, ακροπατώντας για να μην ενοχλήσεις επειδή είχα ήδη αρχίσει δουλειά. Εσκυβες και μου ψυθίριζες "καλημέρα φίλε μου" μου έδινες ένα ανεπαίσθητο, σαν χάδι αέρα φιλί στα μαλλιά και έφευγες. Τόσο αθόρυβα, όπως έμπαινες.

Θυμάμαι...
Θυμάμαι που έβγαζες τα γάντια σου και μου τα έδινες να μην κρυώνω. Σου έλεγα όχι, εσύ οδηγάς, είναι πιό πολύ το κρύο. Επέμενες επιτακτικά : "ο φίλος μου δεν πρέπει να κρυώνει" έλεγες και μου τα φόραγες στα χέρια.

Θυμάμαι...
Τις όμορφες και ήρεμες συζητήσεις που κάναμε για τις οικογένειες μας, τα όνειρά μας, το μέλλον. Και φυσικά θυμάμαι την τελευταία μας συζήτηση, παραμονή Χριστουγέννων. Ηταν τότε που προβληματιζόσουνα για το μέλλον σου με τη Βιβίκα. Μου έλεγες, "πες μου ότι σκέφτεσαι καθαρά, μου δίνεις υλικό έτσι, για να σκεφτώ κι εγώ και να αποφασίσω".

Θυμάμαι...
Τα απίστευτα ταξίδια σου. Πόσο καιρό και με τι λεπτομέρεια τα οργάνωνες. Σε μέρη που άλλοι δεν πάνε. Κάθε μέρα, με όποιον πρόσφορο τρόπο με ενημέρωνες. Βλέπω τώρα το φαξ που μου έστειλες από τη Σικελία, πριν πάρεις το πλοίο για Τυνησία. Ζωγράφισες τον χάρτη, τον εαυτό σου, τη μηχανή φορτωμένη, και σημάδια, είμαι εδώ, είμαι καλά, θα πάω εκεί και στο τέλος πάντα έλεγες, ..."μου λείπεις".

Αυτό το "μου λείπεις" Κωστή μου είναι που με κάνει να νιώθω όμορφα. Αυτό αν θες θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη καταξίωση ενός ανθρώπου. Να έχει προσφέρει στους άλλους άδολη και ειλικρινή αγάπη, ούτως ώστε να μπορεί να λέει κάποιος για σένα, "μου λείπεις". Και πρέπει να είναι πολύ οδυνηρό γιά όσους κάποια στιγμή διαπιστώνουν ότι τελικά δεν λείπουν σε κανέναν.

Αχ και νάξερες πόσο μου λείπεις...