Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Πάρτο απόφαση








Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Σαν τ' ουρανού που είναι έτοιμος να βρέξει
Μέσα σ' αυτό, γεννήθηκες, μεγάλωσες
Μοίρες αυτό για σένα είχαν διαλέξει.

Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Αφού και όποιος ήρθε να στο σβήσει
Ουράνιο τόξο σου 'ταζε θα σ' έκανε
Μαύρο ή άσπρο είχε μόνο να αφήσει

Πάρτο απόφαση, το γκρι είναι το χρώμα σου
Στο λέω καλά, εγώ το ξέρω, το γνωρίζω
Μαύρο και άσπρο όταν ερωτεύονται
Δεν δίνουν άλλο χρώμα, μόνο γκρίζο.







* Ένα ξεχασμένο προσχέδιο ανάρτησης από τις 16 Φεβρουαρίου.
Πάντα όμως επίκαιρο.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Απόδραση


Είναι καιρός που σκεφτόταν να κάνει αυτή τη βόλτα. Τον είχε πιάσει μιά νοσταλγική διάθεση τελευταία. Να επιστρέφει στο παρελθόν, να θυμάται όμορφες στιγμές που είχε ζήσει. Πάντα σε περιόδους που σύννεφα σκίαζαν τον ουρανό του, κατέφευγε στα συρτάρια των αναμνήσεων. Πάντα εκεί έβρισκε την απαραίτητη γαλήνη. 
Ετσι, αυτή τη Κυριακή αποφάσισε να πάει στην κορυφή ενός βουνού. Στους πρόποδες του, πήγαινε πριν από πολλά χρόνια στην κατασκήνωση. Κάποια μεσημέρια, όταν όλοι οι κατασκηνωτές ήταν ξαπλωμένοι για τον μεσημεριανό ύπνο, αυτός δραπέτευε. Και ακολουθώντας ένα δύσβατο μονοπάτι, ανάμεσα σε πολύ πυκνή βλάστηση, ανέβαινε πεζοπορώντας στην κορυφή. Χίλια εκατόν πενήντα μέτρα υψόμετρο, γεμάτη από έλατα. Από εκεί έβλεπε όλο το λεκανοπέδιο στρωμένο σαν χαλί. Ενας μικρός Θεός, στον δικό του μικρό Όλυμπο. 
   Από το βράδυ του Σαββάτου, ετοίμασε το σακίδιο του. Κυάλια, φωτογραφική μηχανή, τσιγάρα, νερό, σάντουιτς, σκέψεις. Κυριακή σχεδόν αξημέρωτα ξύπνησε και μετά από ένα δροσερό ντους και τον συνηθισμένο ζεστό καφέ, ντύθηκε για τη βόλτα του. Τζην και λευκό μπλουζάκι για δροσιά, μποτάκια για το φόβο των φιδιών, τα γκρίζα όνειρα στους ώμους για την περίπτωση που θα είχε ψύχρα. Κατέβηκε, γύρισε το διακόπτη της μηχανής του αυτοκινήτου για να ξεκινήσει. Μαζί ξεκίνησε και το cd player που είχε μείνει ανοιχτό από την προηγούμενη. "χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό, στη γειτονιά καπνίζει ένα φουγάρο, κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο, και σαν καφέ πικρό". Ωραία ξεκινάμε, μονολόγησε κι ένα μάλλον πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. 
   Η διαδρομή γνωστή. Κίνηση καθόλου. Η πόλη ακόμα κοιμάται. Βγαίνοντας έξω από τα όρια της, εκεί που τα πεύκα χρωματίζουν αλλιώς το τοπίο, νιώθει πως αρχίζει να ανασαίνει. Η μουσική συνεχίζει να συντροφεύει χαμηλά. "ότι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο.... δεν ξέρω αν φεύγεις τώρα για το λίγο μου, ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ για σένα". Σκέφτεται πως τελικά το πιό δύσκολο είναι δύο άνθρωποι να βρουν κοινά μέτρα και σταθμά, να έχουν τις ίδιες μονάδες μέτρησης. Διαφορετικά είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. 
   Έφτασε στην διασταύρωση απ' όπου ξεκινάει ο χωματόδρομος που οδηγεί στην κατασκήνωση. Δύσβατος δρόμος, σκαμένος από τα νερά των βροχών. Όσο λειτουργούσε η κατασκήνωση τον συντηρούσαν κάπου κάπου. Τώρα έμεινε κι αυτός έρημος, να σμιλεύει η φύση τα δικά της σχέδια επάνω του. Με μεγάλη προσοχή αλλά ακόμα μεγαλύτερη ταλαιπωρία ελαστικών και αμορτισέρ, αντίκρυσε επιτέλους την κατασκήνωση. Ενας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του καθώς σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω από την μεγάλη βελανιδιά, που στεκόταν εκεί από τότε. Κι ενώ η Χαρούλα επιβεβαίωνε ότι "κι όσο φεύγω μακρυά σου το ξέρω, πάντα ο ήλιος θα βγαίνει χωρίς, να τον νοιάζει αν θα τα καταφέρω, ή αν έρθεις ποτέ να με βρείς", έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε. Πλησίασε τα συρματοπλέγματα, ακούμπησε τα χέρια του επάνω τους και έμεινε εκεί να κοιτάζει. Το αρχηγείο, η κουζίνα, η τραπεζαρία, η γεννήτρια, οι τσιμεντένιες βάσεις των σκηνών, το εκκλησάκι.... Όλα ήταν εκεί. Ένα ορμητικό κύμα αναμνήσεων πλημμύρισε το μυαλό του. Θυμήθηκε τότε που ήταν αρχηγός σ' αυτή τη κατασκήνωση. Τις αγωνίες και την προσπάθεια για 20 μέρες, να διδάξει και να δείξει στα μικρά παιδιά του, τι σημαίνει ομαδική ζωή, συμβίωση, κοινωνικότητα. Τι σημαίνει να μοιράζεσαι. 
   Θυμήθηκε και κάποια παιδιά. Τον Αστέρη. Τι να κάνει τώρα άραγε ο Αστέρης? Ενα 8χρονο παιδάκι με μιας μορφής νοητική στέρηση, ιδιαίτερα κλειστός χαρακτήρας, που όταν ήρθε, μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να τον πείσουν να μείνει. Θυμάται πως του ζήτησε να πάνε λίγο πιό πέρα οι δυό τους. Διστακτικά πήγε μαζί του και σε δέκα λεπτά που γύρισαν, ο Αστέρης όλο χαρά ανακοίνωσε στους γονείς του ότι θα μείνει. Έκπληκτοι τον ρώτησαν πως τον έπεισε. Τους είπε ότι τον έχρισε υπαρχηγό και βοηθό του. Και πράγματι ο Αστέρης πέρασε ένα ευτυχισμένο 20ήμερο στην κατασκήνωση, έχοντας αρμοδιότητες που πάντα εκπλήρωνε κανονικά και καμάρωνε πολύ γι' αυτό. 
   Θυμήθηκε τον Αλέξη, γύρω στα έξι, που ένα βράδυ ανέβασε ξαφνικά πυρετό και ήθελε τη μαμά του. Πως να ειδοποιηθεί όμως η μαμά του, αφού δεν υπήρχε καν τηλέφωνο. Κι έτσι εκείνο το βράδυ, ο Αλέξης εκτός από τα αντιπυρετικά, ήθελε να νιώθει και κάποιον δίπλα του. Κι αυτός έμεινε όλη νύχτα καθιστός δίπλα στο κρεβάτι του, για να του πιάνει ο Αλέξης τα μαλλιά καθώς κοιμόταν και να νιώθει ασφάλεια. 
   Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πως σε κάποια δραστηριότητα που είχαν, υποσχέθηκε στα παιδιά, ότι θα φάνε για βραδυνό ότι ζητήσουν. Και αφού έφεραν εις πέρας αυτό που είχαν να κάνουν, ήρθε η ώρα της ανταμοιβής. Και αυτά ζήτησαν αυγό τηγανητό με πατάτες. Οι μαγείρισες ανένδοτες να τηγανίσουν αυγά. Πως να ξεχάσει ότι τηγάνισε 120 αυγά!!! 
    Με μιά πρωτόγνωρη γαλήνη μέσα του, γύρισε στο αυτοκίνητο, έβαλε στον ώμο το σακίδιο του και κατευθύνθηκε στην πίσω πλευρά της κατασκήνωσης, εκεί που θυμόταν ότι ήταν το μονοπάτι που οδηγούσε στη κορυφή. Ήταν η ώρα της απόδρασης. Της απόδρασης από όλα αυτά που τον τελευταίο καιρό είχαν υψώσει ακόμα μεγαλύτερα κάγκελα στο ομολογουμένως χτισμένο από τον ίδιο κελί του. Ίσως ακόμα να ήθελε να μετρηθεί με τον εαυτό του, με τις δυνάμεις του, να δει αν μπορεί να τα καταφέρει ακόμα. 
Με λύπη διαπίστωσε πως μονοπάτι δεν υπήρχε πλέον πουθενά, αλλά αυτό ήταν κάτι που το περίμενε. Με ατέλειωτα ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και πάντα με ανοδική πορεία ξεκίνησε για να φτάσει στη κορυφή. Κάποιες στιγμές ένιωσε φόβο, ακούγοντας διάφορους θορύβους. Στεκόταν να αφουγκραστεί αλλά μάλλον ήταν ζωάκια ή ίσως φίδια, που πιό τρομαγμένα κι αυτά από την παραβίαση του χώρου τους από αυτόν, έτρεχαν να απομακρυνθούν και να κρυφτούν. Μετά από πορεία μίας και παραπάνω ώρας, επιτέλους αντίκρυσε το πλάτωμα που υπήρχε στη κορυφή και λίγο πιο κεί, η συστάδα με τα έλατα.  
   Στάθηκε για λίγο, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί στο λεκανοπέδιο που απλωνόταν μπροστά του. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και τεντώθηκε να ξεπιαστεί. Ένιωθε και πάλι ένας μικρός Θεός στον μικρό του Όλυμπο. Κοίταξε γύρω και βρήκε έναν παχύ ίσκιο ανάμεσα στα έλατα, κάθισε σε μία πέτρα και έβγαλε νερό, καφέ και επιτέλους άναψε τσιγάρο. Τα μάτια αχόρταγα κοιτούσαν γύρω γύρω λες και ήθελαν να εγκλωβίσουν για πάντα την ομορφιά του τοπίου. Πήρε τα κυάλια και άρχισε να κοιτάζει ίσια κάτω την πόλη του. Προσπαθούσε να διακρίνει σημεία που ήξερε. Κοίταζε μία με τα κυάλια και μετά χωρίς αυτά. Του έκανε εντύπωση πόσο πολύ γλύκαιναν οι γραμμές, όταν έβλεπε γνώριμα σημεία από τόσο ψηλά και μακρυά. Πόσο πιό όμορφα έδειχναν. 
   Παρά την απορρόφησή του όμως από την εικόνα, οι σκέψεις, δεν άργησαν να έρθουν. Άλλωστε μόνος του τις είχε βάλει στο σακκίδιο. Σκεφτόταν τι έγινε τις προηγούμενες μέρες, λόγια που άκουσε, λόγια που είπε, διαλόγους, μονολόγους, συναισθήματα, αν άξιζε, αν έπρεπε. Και όλα αυτά, με τον δικό του τρόπο, μακρυά από όλους, προσπαθούσε να τα βάλει σε τάξη και να τα κατανοήσει. Αιτιολόγησε αλλά και δικαιολόγησε πολλά. Τελικά και άξιζε και έπρεπε. Ασχέτως αν δεν μπόρεσε να καταλάβει πως γίνεται κάποιος να αμφισβητεί, να ερμηνεύει, να προβλέπει, χωρίς προηγουμένως να ξέρει. Ανθρώπινο μονολόγησε. Άναψε τσιγάρο και όπως κρατούσε το τηλέφωνο με το άλλο χέρι, μηχανικά σχεδόν, άνοιξε και κοίταξε μια φωτογραφία. Εμεινε κάμποση ώρα να την κοιτάζει και να της χαμογελάει. Ηξερε πλέον καλά, πως έστω και σαν φωτογραφία, μόνο χαμόγελο αξίζει να αντικρύζει. Τα δάκρυα τα άφησε να τρέχουν καλά κρυμένα μέσα του. Έκλεισε το τηλέφωνο και σκεφτόταν, πόσο θα ήθελε κάποια στιγμή να κάνει όσα είχε υποσχεθεί. Τουλάχιστον αυτά που εξαρτώνταν μόνο από αυτόν. 

   Με αυτή την όμορφη και τρυφερή σκέψη, με μιά ψυχική γαλήνη και ηρεμία, απόρροια συγκατάβασης και παραδοχής της πραγματικότητας, άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του για την επιστροφή. Ναι θα ήθελε τα πράγματα να ήταν αλλιώς, γιατί ήταν απόλυτα βέβαιος, ότι είχε πολλά να μοιραστεί. Όταν τα θέλω όμως εξαρτώνται και από τα θέλω άλλων, τότε απλά αποδέχεσαι την πραγματικότητα. Με αυτή τη σκέψη, ξεκίνησε για την επιστροφή, αφού είχε ήδη περάσει αρκετή ώρα. Τώρα ήταν πιό εύκολο. Κατηφορική η πορεία, λιγότερο βάρος και στο σακκίδιο και στη ψυχή. 
   Έφτασε στο αυτοκίνητο, κοίταξε για μιά ακόμα φορά τη κατασκήνωση και υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξανάρθει. Άναψε τη μηχανή, τη μουσική και ξεκίνησε. Ακούει "εγώ σ'αγάπησα εδώ, που να'σαι τώρα που γυρνάς, σε ποιό καινούργιο ουρανό, χρώματα κλέβεις. Ένιωσες πάλι τα φτερά, τι σου'βαλε ξανά φωτιά, σε ποιό λιμάνι ποιό σταθμό, καρδιά γυρεύεις. ...Παραμυθάκι μου σκληρό, όπου κι αν είσαι και γυρνάς, για μένα εκεί να μη ρωτάς, εγώ σ'αγάπησα εδώ". Το βάζει ξανά και ξανά. 

   Λίγο πριν φτάσει στη διασταύρωση με την παλιά εθνική, ακούει μιά εισαγωγή που τον κάνει να παγώσει για λίγο και να σφίξει τα χείλη του. Το αφήνει να παίξει "θα πω ένα τραγούδι, σήκω να το χορέψεις, τα μάτια να μου κλέψεις, για πάντα πριν χαθώ". Απλώνει το χέρι, βγάζει τον μουσικό δίσκο και μονολογώντας "άσε μας και συ ρε Πασχαλίδη", τον μετατρέπει σε ιπτάμενο, αφού με μία απότομη κίνηση τον εκσφεδόνισε μακρυά από το ανοιχτό παράθυρο.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Χωρίς τίτλο


Δεν το κρύβω, πως κάποιες φορές, περιδιαβαίνοντας και ανασαίνοντας στη γειτονιά της μπλογκόσφαιρας, με πιάνει ζήλεια. Μία καλώς εννοούμενη ζήλεια, για κείμενα που θα ήθελα να έχω γράψει εγώ. Προχθές διάβασα την τελευταία ανάρτηση της φίλης και συνταξιδιώτισας Λιακάδας.
Όταν τελείωσα το διάβασμα, δεν ένιωσα μόνο ζήλεια. Ένιωσα κάτι περισσότερο. Την απόλυτη ταύτιση. Όπως της είπα άλλωστε, ένιωσα σαν να πήρε τις σκέψεις μου, να τις σμίλεψε σε όμορφες ψηφίδες και να έφτιαξε ένα πανέμορφο ψηφιδωτό, χωρίς να περισσεύει ούτε μία ψηφίδα. Επειδή οι σκέψεις της είναι και σκέψεις μου, τα συναισθήματά της συναισθήματα μου, της ζήτησα την άδεια να αναδημοσιεύσω το κείμενό της. Permission granted, όπως πολύ ευγενικά μου απάντησε, για το οποίο και την ευχαριστώ από καρδιάς και θεωρώ τιμή μου να την φιλοξενώ στο χώρο μου.
Καλή ανάγνωση και μιά ευχή. Μακάρι κανείς άλλος να μην ταυτιστεί. Πονάει...


Είναι στιγμές που οι λέξεις αιωρούνται στο κενό… Χάνουν το νόημά τους…όσες και αν αρθρώσεις το νόημα κρύβεται σε ένα άγγιγμα,  μια σιωπή... ένα βλέμμα (αν μπορείς να το δώσεις…)
Σου χαρίζω ένα βλέμμα για να βρεις την αλήθεια μου.
Αν θα το κρατήσεις ή αν θα μείνεις στις λέξεις δεν το ξέρω…
Μπορεί ούτε το ένα ούτε το άλλο…Μάλλον εχεις φτιάξει ήδη στο μυαλό σου την δική σου εκδοχή…
Η ζωή δεν κυλάει ούτε με διαταγές ούτε με παρακλήσεις.
Αλλωστε δεν είμαι αρχόντισσα να διατάζω και ούτε εσύ Θεός να σε παρακαλώ. 
Σου χαρίζω τα μάτια μου να το δεις απ’τη δική μου πλευρά…
Αν ξεγυμνώσεις την "αλήθεια" σου από τα "πρέπει" και τα "θέλω" σου ίσως δεις καθαρότερα το βλέμμα μου.

Κι αν κουράστηκα να μιλάω είναι γιατί πια δεν μπορώ να βρω καμμιά λέξη αρκετή να εκφράσει τα δικά μου "θέλω".
Είναι και γιατί όσα κι αν πω κάτι θα μείνει κρυφό. Κι ίσως αυτό που θα μείνει κρυφό να’ναι και το πιο σημαντικό.
Ανάμεσα στα χαμόγελά μου και στις λέξεις μου να κοιτάς… Μα είναι κι αυτό δύσκολο…
Τρέχει ο λόγος μου να προλάβει τι νοιώθω και οι σιωπές ενδιάμεσα χάνονται… Το νόημα απουσιάζει.
Μοιάζει σα να θέλω να πείσω μα δεν είναι έτσι…
Θέλω απλά να με δεις όπως ΠΡΑΓΜΑΤΙ είμαι…Πολλά ζητάω?
Οχι όπως με βλέπεις εσύ…χωρις να μου έχεις μιλήσει…
Θέλω να ακούσεις και μένα πριν με καταδικάσεις…πριν στήσεις το "λαϊκό" σου δικαστήριο…
Τις σωστές λέξεις ψάχνω! Υπάρχουν όμως άραγε?
Μέχρι να το ανακαλύψω θα σου χαρίσω άπειρες σιωπές…
Θα είμαι εκεί κι ας μην το ξέρεις… Θα περιμένω εκεί κι ας μην το αντέχεις…
Κι όποιος ορίζει τα θέλω μου και τα πρέπει μου ίσως μου δείξει και το φως να προχωρήσω.
Να πάψω να παραπατάω στην σκοτεινιά του παρελθόνος…εκείνου που μου χρέωσες…
Να πάψουν να με μαχαιρώνουν οι σκιές που απρόσκλητες τρυπώνουν στα όνειρά μου αλλά και εκείνες οι αληθινές που στοιχειώνουν το ξύπνιο μου.
Να γίνει μέρα αυτή η αιώνια νύχτα που βαδίζω… να βρω ψυχή να προχωρήσω…
Να ερθει επιτέλους η στιγμή που οι λέξεις θα σταματήσουν να κρατάνε δεσμώτη την αλήθεια μου!
Να έρθει η ώρα που να μη χρειαστεί να μιλήσω ποτέ ξανά!
Μέχρι τότε θα τριγυρνώ εδώ γύρω…ανάμεσα στο πριν και το μετά … στο ποτέ και στο κάποτε…
Προσπαθώντας να σβήσω τους μαύρους κυκλους που φιμώνουν τις αλήθειες μου.
Δε θα σου ζητήσω τίποτα παρα μόνο να κοιτάξεις προς τα εκεί που κοιτάζει το βλέμμα μου…
Και γω σου υπόσχομαι ότι θα το κρατήσω στεγνό… για να μην σου κρύβει την πορεία.
Μπορώ να αφήσω και τα δικά σου όνειρα να παρασύρουν τα δικά μου…
Οσες λέξεις μου κι αν κούρασαν την ακοή σου μπορώ να τις πετάξω στο κενό…
Σου χαρίζω ψυχή… μόνο δώσε μου λίγο από τον χρόνο σου να δεις ως που μπορώ να φτάσω…

Κλείνω τις λέξεις για λίγο…για να ξεκουραστούν οι ψυχές μας.
Κι ως τη στιγμή που θα διαβάσεις αυτές εδώ τις ανείπωτές μου αλήθειες θα είμαι κάπου εδώ γύρω να προσέχω να μην πάρουν φωτιά τα όνειρά σου. Κι ας μη με βλέπεις … εγώ θα σου στέλνω αγγέλους να φυλάνε τη χαρά σου.
Και αν δεν είμαι ο τέλειος άνθρωπος είναι γιατί τέτοιος δεν υπάρχει.  Και αν δεν είμαι ο κανόνας παρά μόνο μια εξαίρεση ενα παράδειγμα προς αποφυγή μπορώ να σου μάθω πως να μην φτάσεις ποτέ εδώ που είμαι. 
 Κι αν είπα πολλά είναι γιατί είναι οι τελευταίες μου λέξεις. Προσπαθώ να τις διώχνω από το νου μου. Ντύνουν την οθόνη μου χωρίς να βγάζουν νόημα … το ξέρω… Λέξεις ασύνδετες χωρίς ειρμό που κρυβόντουσαν στην σιωπή…λέξεις που λέρωσαν τα βράδια μου σαν ερχόντουσαν στο μυαλό μου. Λέξεις ανούσιες ή και σημαντικές, χρήσιμες ή άχρηστες, σωστές ή λάθος… όλες όμως τώρα πια πεταμένες εδώ…να γλιτώσω απ’τα δεσμά τους.

Στέρεψα! Σιωπή καλώς όρισες!



Αυτούσια η ανάρτηση εδώ.
Μίνα σε ευχαριστώ.